Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση μοτοσικλετιστή που τραυματίστηκε όταν επιχείρησε να αποφύγει σκύλο, επικυρώνοντας την επιδικασθείσα αποζημίωση των 600 ευρώ ως εύλογη, παρά τους ισχυρισμούς του ότι το ποσό ήταν ανεπαρκές.
Η υπόθεση αφορούσε τροχαίο ατύχημα που σημειώθηκε στη λεωφόρο Καντάρας, στο Καϊμακλί, όταν ο εφεσείων, οδηγώντας μοτοσικλέτα, επιχείρησε να αποφύγει σκύλο που εισήλθε στο οδόστρωμα υπό την επίβλεψη του εφεσίβλητου. Στην προσπάθειά του να αποτρέψει τη σύγκρουση, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να πέσει στην άσφαλτο και να τραυματιστεί.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν στην έφεση, ο τραυματίας μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί μυϊκές θλάσεις και εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματός του, όπως στο δεξί πόδι, τον ώμο και τον αγκώνα. Παρουσίασε επίσης πόνο στον αυχένα και στα πλευρά, με περιορισμό κινήσεων για λίγες ημέρες. Οι ιατρικές εξετάσεις δεν κατέδειξαν κατάγματα, ενώ του συστήθηκε η χρήση μαλακού αυχενικού κολάρου. Ο ίδιος ανάρρωσε πλήρως μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς μόνιμα κατάλοιπα και απουσίασε από την εργασία του για τρεις ημέρες, χωρίς απώλεια εισοδήματος.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των τραυμάτων, τη διάρκεια της ταλαιπωρίας και τη σχετική νομολογία, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 600 ευρώ ως γενικές αποζημιώσεις, καθώς και νόμιμο τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος.
Με την έφεσή του, ο εφεσείων υποστήριξε ότι το ποσό ήταν ανεπαρκές και ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του, ούτε βασίστηκε σε συγκρίσιμες υποθέσεις. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι τα τραύματα που υφίσταται ένας μοτοσικλετιστής σε εν κινήσει πτώση είναι πιο επώδυνα και σοβαρά από άλλες περιπτώσεις.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας τον μοναδικό λόγο έφεσης, επανέλαβε τη βασική αρχή ότι δεν παρεμβαίνει στο ύψος των αποζημιώσεων που καθορίζει το πρωτόδικο δικαστήριο, εκτός εάν διαπιστωθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή εάν το ποσό είναι προδήλως ανεπαρκές.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε πρόσθετη ιατρική μαρτυρία που να τεκμηριώνει μεγαλύτερη διάρκεια ή σοβαρότητα των τραυμάτων. Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν μπορούσε να προβεί σε εικασίες αναφορικά με την έκταση της ταλαιπωρίας του εφεσείοντος.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι οι υποθέσεις που επικαλέστηκε ο εφεσείων αφορούσαν σαφώς σοβαρότερους τραυματισμούς, με μεγαλύτερη διάρκεια αποθεραπείας, ιατρική παρακολούθηση και σε ορισμένες περιπτώσεις μόνιμα προβλήματα ή ψυχολογικές επιπτώσεις, στοιχεία που δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι τα τραύματα του εφεσείοντος ήταν ελαφράς μορφής, χωρίς κατάγματα ή επιπλοκές και ότι η πλήρης αποθεραπεία του επήλθε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, το ποσό των 600 ευρώ κρίθηκε εύλογο και σύμφωνο με τη νομολογία και τις αρχές απονομής αποζημιώσεων.
Τελικά, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, με το Δικαστήριο να επιδικάζει επιπλέον έξοδα ύψους 500 ευρώ εις βάρος του εφεσείοντος και υπέρ του εφεσίβλητου, πλέον ΦΠΑ όπου εφαρμόζεται.