Κατά τη δεκαετία του 1950, η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης που υφίστατο μεταξύ των Ελλήνων Κυπρίων και της βρετανικής αποικιακής διοίκησης οδηγήθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση. Την 1η Απριλίου 1955, η Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) εγκαινίασε ένοπλο αγώνα με βασικό στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (Ένωση), αμφισβητώντας ευθέως τη βρετανική κυριαρχία στο νησί. Ο αγώνας αυτός δεν περιορίστηκε σε στρατιωτικές ενέργειες, αλλά εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο πίεσης προς τη Βρετανία.
Ένα βασικό ερώτημα είναι, γιατί η ηγεσία της ΕΟΚΑ θεώρησε ότι η ένοπλη δράση σε συνδυασμό με λαϊκή εξέγερση θα ήταν αποτελεσματικότερη από μια μαοϊκού τύπου σταδιακή μετάβαση από τον ανταρτοπόλεμο στον τακτικό πόλεμο; Η απάντηση προκύπτει από τη συνεξέταση οργανωτικών και επιχειρησιακών προτύπων και, κυρίως, των ειδικών γεωγραφικών συνθηκών της Κύπρου.
Η στρατηγική λογική και ο τρόπος δράσης της ΕΟΚΑ
Η ΕΟΚΑ δεν συγκροτήθηκε ως συμβατικός στρατός, ούτε επιδίωξε να εξελιχθεί σε έναν τέτοιο μηχανισμό. Δεν στόχευε σε ολοκληρωτική στρατιωτική νίκη επί της Βρετανίας, ούτε στην κατάληψη και διατήρηση συγκεκριμένου εδάφους υπό αποκλειστικό έλεγχο. Αντίθετα, επιδίωκε να καταστήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος της αποικιακής διακυβέρνησης τόσο υψηλό, ώστε να εξαναγκάσει το Λονδίνο να επανεξετάσει τη μέχρι τότε απορριπτική στάση του απέναντι στο αίτημα της αυτοδιάθεσης/ Ένωσης.
Στο «Προκαταρκτικό Γενικό Σχέδιο», ο στρατιωτικός ηγέτης της ΕΟΚΑ, Γεώργιος Γρίβας – «Διγενής», όριζε σαφώς ότι ο σκοπός της οργάνωσης ήταν πρωτίστως πολιτικός και ψυχολογικός. Κύρια επιδίωξη ήταν να προσελκυσθεί η διεθνής προσοχή, να αναδειχθεί το Κυπριακό ως διεθνές ζήτημα και να δημιουργηθούν πιέσεις, είτε προς τα Ηνωμένα Έθνη είτε προς τη Βρετανία, για έναρξη διαπραγματεύσεων. Κατά συνέπεια, η ένοπλη δράση δεν αντιμετωπιζόταν ως αυτοσκοπός, αλλά ως μέσο πολιτικής πίεσης.
Η επιχειρησιακή πρακτική της ΕΟΚΑ συνδύαζε ενέργειες ανορθόδοξου πολέμου με μορφές μαζικής κινητοποίησης. Στο στρατιωτικό επίπεδο περιλάμβανε σαμποτάζ, επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και αποθήκες οπλισμού, επιθέσεις εναντίον του προσωπικού της αποικιακής φρουράς, βομβιστικές επιθέσεις, ενέδρες και εμπρησμούς. Παράλληλα, στο κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, επιδίωκε τη συμμετοχή του πληθυσμού μέσω απεργιών, διαδηλώσεων και παθητικής αντίστασης. Ακόμη και οι εκεχειρίες μπορούσαν να λειτουργήσουν ως τακτικό εργαλείο για τη διευκόλυνση πολιτικών πρωτοβουλιών.
Οι οργανωτικές επιρροές της ΕΟΚΑ
Ως προς τον τρόπο δράσης της, η ΕΟΚΑ επηρεάστηκε σημαντικά από τις ελληνικές μη κομμουνιστικές αθηναϊκές αντιστασιακές οργανώσεις της περιόδου της Κατοχής (1941-1944). Οι επιρροές αυτές εντοπίζονται στην οργανωτική δομή, στην προπαγανδιστική πρακτική και στη ρητορική. Η διαίρεση σε «τομείς», η χρήση όρων όπως «μάχιμα στελέχη», η αναγραφή συνθημάτων με μπλε χρώμα, καθώς και η αναφορά στο «εθνικό καθήκον/ χρέος» και στη «δόξα του αλβανικού μετώπου» θυμίζουν έντονα τις μη κομμουνιστικές αντιστασιακές οργανώσεις.
Η οργάνωση «Χ», την οποία είχε διοικήσει ο Γ. Γρίβας – «Διγενής» στην Ελλάδα, προσέφερε ορισμένα οργανωτικά πρότυπα, όπως η αυστηρή συνωμοτικότητα, οι δεσμευτικοί όρκοι και η αντίληψη της πειθαρχίας. Ωστόσο, η ΕΟΚΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια της «Χ». Η «Χ» ήταν οργάνωση με έντονο στρατιωτικό χαρακτήρα, στελεχωμένη κυρίως από στρατιωτικούς και χωρίς ισχυρή κοινωνική βάση. Αντίθετα, η ΕΟΚΑ απολάμβανε ευρύτερη λαϊκή απήχηση, ιδιαίτερα στη νεολαία και στο ισχυρό δίκτυο της Εκκλησίας της Κύπρου. Άρα, παρά τις λίγες ομοιότητες, οι δύο οργανώσεις είχαν διαφορετική κοινωνική βάση και διαφορετική επιχειρησιακή λογική.
Παρά την αδιαμφισβήτητη αντικομμουνιστική ιδεολογία του Γ. Γρίβα – «Διγενή», η ΕΟΚΑ επηρεάστηκε σε επιχειρησιακό επίπεδο και από το πρότυπο του κομμουνιστικού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ο Γ. Γρίβας – «Διγενής» αξιοποίησε επιλεκτικά πρακτικές των κομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων, ιδίως ως προς τη συνωμοτικότητα, τη δράση σε συνθήκες παρανομίας, την πειθαρχία και τη σημασία της μαζικής κινητοποίησης. Ακόμη, σε επίπεδο διάρθρωσης η αντιστοιχία ΕΟΚΑ – ΠΕΚΑ – ΑΝΕ με το σχήμα ΕΛΑΣ – ΕΑΜ – ΕΠΟΝ είναι ενδεικτική. Επομένως, η ΕΟΚΑ, ως προς τον τρόπο δράσης της, δεν διαμορφώθηκε μόνο μέσω των επιρροών της από τον μη εαμικό αθηναϊκό αντιστασιακό χώρο, αλλά και μέσω της επιλεκτικής υιοθέτησης αποτελεσματικών οργανωτικών και επιχειρησιακών μεθόδων από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Οι κυπριακές πραγματικότητες και η απόρριψη του μαοϊκού προτύπου
Ο καθοριστικότερος παράγοντας στην επιλογή του τρόπου δράσης της ΕΟΚΑ ήταν η ίδια η φύση της Κύπρου ως μικρού και απομονωμένου νησιού. Οι βρετανικές αποικιακές Αρχές μπορούσαν να μεταφέρουν δυνάμεις από τη Λευκωσία σε οποιοδήποτε σημείο του νησιού μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η νησιωτική φύση της Κύπρου την καθιστούσε, επίσης, ευάλωτη σε ναυτικό και αεροπορικό αποκλεισμό, γεγονός που περιόριζε δραστικά τις δυνατότητες ανεφοδιασμού από το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις ανταρτοπόλεμου, δεν υπήρχαν γειτονικά φιλικά κράτη όπου θα μπορούσαν να υποχωρούν οι αντάρτες ή να δημιουργηθεί και να εκπαιδευτεί τακτικός στρατός.
Η γεωγραφία της Κύπρου, επίσης, δεν ευνοούσε έναν παρατεταμένο κλασικής μορφής ανταρτοπόλεμο με προοπτικές δημιουργίας συμβατικού στρατού. Οι οροσειρές του Τροόδους και του Πενταδακτύλου δεν παρείχαν τις εκτεταμένες ορεινές ζώνες ή δασικές περιοχές που απαιτούνται για μακρόχρονη ένοπλη δράση σε μεγάλη κλίμακα. Ακόμη, τα υψηλότερα επίπεδα των οροσειρών δεν διέθεταν επαρκή αριθμό κατοικημένων χωριών, ώστε να εξασφαλίζεται σταθερή τροφοδοσία και προστασία των ένοπλων μαχητών. Το υπόλοιπο έδαφος της Κύπρου ήταν κυρίως πεδινό, στοιχείο που θα ευνοούσε σαφώς τις βρετανικές δυνάμεις σε περίπτωση συμβατικής στρατιωτικής αναμέτρησης.
Η ΕΟΚΑ στρατολογούσε κυρίως νεαρούς Έλληνες Κύπριους, οι οποίοι δεν είχαν στρατιωτική εκπαίδευση, ούτε εμπειρία σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η εξοικείωση ορισμένων με τα όπλα περιοριζόταν κυρίως στο κυνήγι. Αυτό σήμαινε ότι η δημιουργία δύναμης ικανής να εξελιχθεί σε τακτικό στρατό θα απαιτούσε μακρόχρονη και συστηματική εκπαίδευση, ασφαλείς χώρους άσκησης, κατάλληλα στελέχη και συνθήκες μυστικότητας που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εξασφαλιστούν. Συνεπώς, ένα ευέλικτο σχήμα μικρών ένοπλων ομάδων ήταν πολύ πιο ρεαλιστικό από μια διαδικασία συμβατικής στρατιωτικής συγκρότησης.
Εξίσου σοβαρό ήταν το πρόβλημα του εξοπλισμού. Στην Κύπρο δεν υπήρχαν επαρκή αποθέματα όπλων και πυρομαχικών, επομένως, η ΕΟΚΑ έπρεπε να στηριχθεί σε λαθραία εισαγωγή υλικού από το εξωτερικό. Αυτό απαιτούσε τη μυστική μεταφορά με πλοιάρια, ασφαλή σημεία αποβίβασης, αξιόπιστα δίκτυα διανομής και κρύπτες για την απόκρυψη του οπλισμού. Μια τέτοια διαδικασία ήταν ήδη δύσκολη για περιορισμένης κλίμακας επιχειρήσεις και θα ήταν σχεδόν αδύνατη αν ο στόχος ήταν η δημιουργία στρατού τακτικού τύπου. Μετά την έναρξη του Αγώνα, τα βρετανικά μέτρα ασφαλείας θα καθιστούσαν ακόμη πιο απίθανη τη μαζική εισροή όπλων.
Αγώνας προσαρμοσμένος στις ειδικές συνθήκες της Κύπρου
Η επιλογή της ΕΟΚΑ να στηριχθεί σε ένα συνδυασμό στοχευμένης ένοπλης δράσης και λαϊκής κινητοποίησης υπήρξε προϊόν συνειδητού στρατηγικού υπολογισμού. Η οργάνωση δεν επιδίωκε να νικήσει τη Βρετανία σε ένα συμβατικό πεδίο μάχης, αλλά να αυξήσει το πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κόστος της αποικιακής κυριαρχίας, ώστε να οδηγήσει τη βρετανική πλευρά σε διαπραγμάτευση.
Η στρατηγική αυτή διαμορφώθηκε από δύο βασικές κατηγορίες παραγόντων. Από τη μία πλευρά, η ΕΟΚΑ άντλησε εμπειρίες από την ελληνική Εθνική Αντίσταση, τόσο από μη κομμουνιστικές όσο και από κομμουνιστικές οργανώσεις. Από την άλλη πλευρά, προσαρμόστηκε στις ειδικές συνθήκες της Κύπρου, δηλαδή στην απομονωμένη γεωγραφική θέση, στην ακατάλληλη μορφολογία του εδάφους, στην στρατιωτική απειρία της ελληνικής κυπριακής νεολαίας και στη δυσχέρεια εξασφάλισης οπλισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα μαοϊκό μοντέλο μετάβασης από το αντάρτικο στον τακτικό στρατό δεν ήταν ρεαλιστικό. Αντίθετα, η επιλογή μιας μικρής και ευέλικτης ένοπλης πτέρυγας σε συνδυασμό με την κινητοποίηση των ελληνικών κυπριακών λαϊκών μαζών ανταποκρινόταν καλύτερα στις δυνατότητες και στους περιορισμούς του κυπριακού χώρου. Εξ ου και η δράση της ΕΟΚΑ υπό αυτή τη μορφή συνέβαλε σημαντικά στην προσπάθεια για απελευθέρωση της Κύπρου από τη βρετανική αποικιακή κυριαρχία.
* Διδάκτωρ Ιστορίας, School of Advanced Study, University of London