Συμπληρώνεται σχεδόν ένας μήνας κατά τον οποίο ολόκληρη η Κύπρος κινείται στον αστερισμό της πολύκροτης υπόθεσης «Σάντη». Η κοινωνία παρακολουθεί βαθιά διχασμένη και σαφώς μπερδεμένη τις εξελίξεις και την ανατρεπτική πλοκή ενός σεναρίου, η αφήγηση του οποίου ξεκίνησε από μια κατ’ ισχυρισμόν ιστορία παιδεραστίας. Το δε φερόμενο θύμα βλέπει σήμερα αναπόφευκτα την κάθε λεπτομέρεια της προσωπικής ζωής και του παρελθόντος του να ξεψαχνίζεται σε δημόσια θέα.
Πέρα των γεγονότων αυτών καθ’ αυτών, η συγκεκριμένη περίπτωση ανέδειξε και έναν ευρύτερο προβληματισμό, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι διαχειρίζονται σοβαρές καταγγελίες που φτάνουν στα χέρια τους, ειδικότερα όταν αυτές προέρχονται από φερόμενα θύματα κακοποιητικών συμπεριφορών και συνοδεύονται από πιθανές ποινικές προεκτάσεις.
Οι συνεχείς εξελίξεις έφεραν στην επιφάνεια το εξίσου σημαντικό ζήτημα της προστασίας των θυμάτων, ενώ έχουν εγερθεί ενδοιασμοί για τον χειρισμό μιας τόσο σοβαρής και πολύπλοκης καταγγελίας από όσους συνέβαλαν στη δημοσιοποίηση ή την υποστήριξη της. Η ανησυχία αφορά τα μηνύματα που στέλνει η συγκεκριμένη περίπτωση και τους τρόπους με τους οποίους η δημόσια έκθεση κάθε πτυχής της προσωπικής ζωής του φερόμενου θύματος είναι πιθανό να επηρεάσει άλλα θύματα που κάνουν σκέψεις για καταγγελία.
Περί δημοσιογραφίας
Η δημοσίευση καταγγελιών και η αποκάλυψη σκανδάλων είναι μέρος της δουλειάς και -πολλές φορές- ηθική υποχρέωση των λειτουργών του Τύπου. Νοείται όμως ότι θα πρέπει να διατηρείται η ισορροπία ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και τον σεβασμό θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το τεκμήριο αθωότητας. Την ίδια στιγμή, θεωρείται αυτονόητο στο δημοσιογραφικό επάγγελμα ότι πριν τη δημοσίευση της όποιας υπόθεσης, ο συντάκτης μελετά, διασταυρώνει, αμφισβητεί, ελέγχει κενά και είναι σε θέση να υποστηρίξει τα όσα παρουσιάζει στο ρεπορτάζ του. Ιδιαίτερα όταν μέσω του τρόπου παρουσίασης δείχνει να υιοθετεί το περιεχόμενο.
Ο «Φ της Κυριακής» φιλοξενεί σήμερα παρεμβάσεις για τα δημοσιογραφικής φύσεως ζητήματα που προκύπτουν, από την πρόεδρο της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και τον πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. Η Έλλη Κοτζαμάνη εξηγεί τα κριτήρια που θα πρέπει να πληρούνται ώστε να θεωρείται δεοντολογικά ορθή η δημοσιοποίησή μιας σοβαρής καταγγελίας με ποινικές προεκτάσεις. Τοποθετείται επίσης για πρώτη φορά σε σχέση με τη δημοσιογραφικά δεοντολογική πτυχή της υπόθεσης «Σάντη». Ο Γιώργος Φράγκος αναφέρεται στον ρόλο των δημοσιογράφων στη δημοσιοποίηση καταγγελιών από τρίτους και την αποκάλυψη σκανδάλων, καθώς και στους τρόπους που προστατεύονται, ή θα έπρεπε να προστατεύονται, οι λειτουργοί του Τύπου ώστε να κάνουν τη δουλειά τους ανεμπόδιστα, με ορθό και θεσμικό τρόπο. Οι τοποθετήσεις και των δύο παρατίθενται αυτούσιες στο τέλος του κειμένου.
Το γράμμα του νόμου
Το κυπριακό δίκαιο αναγνωρίζει ότι η ελευθερία του Τύπου και το τεκμήριο της αθωότητας βρίσκονται σε διαρκή ένταση, σύμφωνα με τον δικηγόρο Σίμο Αγγελίδη. Μιλώντας στον «Φ», επισημαίνει ότι η εξισορρόπηση εδράζεται στην αρχή της αναλογικότητας. Οι δημοσιογράφοι έχουν καθήκον να αναδεικνύουν σοβαρές καταγγελίες, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος. Οφείλουν παράλληλα να αποφεύγουν διατύπωση που προδικάζει ενοχή και ανατρέπει το τεκμήριο αθωότητας το οποίο αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου. Είναι κρίσιμη η σαφής διάκριση μεταξύ γεγονότων και ισχυρισμών ως επίσης επιβεβλημένο η όποια δημοσιοποίηση να παρουσιάζει κάθε εμπλεκόμενο ως «φερόμενο» ή «ύποπτο» ή «κατ΄ισχυρισμό», και όχι ως ένοχο, αφού δεν υπάρχει τελική δικαστική κρίση. Η ορθή ισορροπία, σύμφωνα με τον Σίμο Αγγελίδη, επιτυγχάνεται μέσω προσεκτικής διατύπωσης, διασταύρωσης πληροφοριών και αποφυγής καταδικαστικής αναφοράς, ενώ δίνεται έμφαση στην καλή πίστη και στη διασταύρωση πηγών. Υποχρέωση του δημοσιογράφου είναι να δημοσιεύει την ύπαρξη καταγγελίας και έρευνας, όχι προκαταβαλλόμενη κρίση.
Όσον αφορά τη δημοσίευση καταγγελιών που βασίζονται σε τρίτους, ο Σίμος Αγγελίδης τονίζει πως αυτό δεν αναιρεί τη νομική ευθύνη του δημοσιογράφου. Η απλή αναπαραγωγή ενός ισχυρισμού δεν αρκεί. Απαιτείται δέουσα επιμέλεια στη διασταύρωση, επαλήθευση και αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πηγής, αναζήτηση ανεξάρτητης επιβεβαίωσης και παροχή δικαιώματος απάντησης. Σε περίπτωση δημοσίευσης ανακριβών ή ψευδών πληροφοριών, προκύπτει αστική ευθύνη για δυσφήμιση και/ή πιθανές ποινικές συνέπειες. Αντίθετα, όταν τεκμηριώνεται δημοσιογραφική καλή πίστη και δημόσιο συμφέρον, η δημοσίευση προστατεύεται ακόμη κι αν οι ισχυρισμοί δεν επιβεβαιωθούν πλήρως. Η επίκληση «δημοσίου ενδιαφέροντος» δεν λειτουργεί ως απόλυτη ασπίδα, εάν δεν έχει αποδεδειγμένα προηγηθεί υπεύθυνη δημοσιογραφική έρευνα. Κρίσιμο στοιχείο είναι η διαφανής απόδοση της πληροφορίας («σύμφωνα με…») και η αποφυγή υιοθέτησης των ισχυρισμών ως δεδομένων ή γεγονότων.
Για υποθέσεις που αφορούν θύματα κακοποίησης, ο Σίμος Αγγελίδης υπογραμμίζει ότι η νομική ορθότητα επιβάλλει αυξημένη προστασία της ιδιωτικότητας και επιπλέον προσοχή και ευαισθησία. Δεν δημοσιεύονται στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε ταυτοποίηση, ιδίως σε περιπτώσεις ανηλίκων ή σεξουαλικών αδικημάτων. Νομικά, επιτρέπεται η αναφορά στην καταγγελία ως γεγονός δημοσίου ενδιαφέροντος, υπό τον όρο ότι αποσαφηνίζεται πως πρόκειται για ισχυρισμό υπό διερεύνηση. Σημαντική είναι επίσης η προσεκτική επιλογή εικόνων, τίτλων και σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διότι ακόμη και υπαινικτικός λόγος μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση προσωπικών δεδομένων ή δυσφήμηση. Η δημοσιογραφική δεοντολογία συμπίπτει εδώ με τη νομική υποχρέωση προστασίας αξιοπρέπειας και ασφάλειας του θύματος. Παράλληλα, ο Σίμος Αγγελίδης σημειώνει ότι οι δημοσιογράφοι οφείλουν να μην υποβάλλουν οποιαδήποτε μορφή δευτερογενούς θυματοποίησης ή αμφισβήτηση της αξιοπιστίας χωρίς τεκμήρια. Η παρουσίαση πρέπει να βασίζεται σε γεγονότα ώστε να διασφαλίζει και να ενισχύει την εμπιστοσύνη των θυμάτων προς τη δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης.
Δρ Γιώργος Μικελλίδης: Η μετατροπή μιας υπόθεσης σε θέαμα ενισχύει τον φόβο σε άλλα θύματα
Ο ψυχίατρος δρ Γιώργος Μικελλίδης εξηγεί στον «Φ» πώς ο τρόπος παρουσίασης μιας υπόθεσης από τον οποιοδήποτε δημοσιογράφο, καθώς και η δημόσια ανεξέλεγκτη έκθεση της ζωής του φερόμενου θύματος, μπορεί πράγματι να επηρεάσει άλλα θύματα που ενδεχομένως επιθυμούσαν να καταγγείλουν το δικό τους προσωπικό δράμα. Όπως επισημαίνει, η διαχείριση σοβαρών καταγγελιών από μέσα ενημέρωσης ή άτομα με δημόσιο λόγο δεν αποτελεί απλώς ζήτημα επαγγελματικής πρακτικής, αλλά επηρεάζει άμεσα την ψυχική κατάσταση των θυμάτων και την απόφαση τους να μιλήσουν ή να παραμείνουν στη σιωπή.
Όπως αναφέρει, για ένα άτομο που έχει βιώσει τραυματικές εμπειρίες, η δημόσια αφήγηση παρόμοιων υποθέσεων μπορεί να λειτουργήσει είτε ενδυναμωτικά είτε επιβαρυντικά. «Τα θύματα τέτοιων εμπειριών συχνά ζουν με έντονα συναισθήματα ντροπής, ενοχής και φόβου. Αυτά τα συναισθήματα δεν είναι αποτέλεσμα πραγματικής ευθύνης αλλά αποτελούν μέρος της ψυχολογικής επίδρασης του τραύματος», σημειώνει.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο φαινόμενο του δευτερογενούς τραύματος, κατά το οποίο το άτομο δεν επιβαρύνεται μόνο από το ίδιο το γεγονός, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιδρά σε αυτό. Η υπερέκθεση, η δραματοποίηση, αλλά και η δημόσια αμφισβήτηση μπορούν να λειτουργήσουν ως μια δεύτερη μορφή κακοποίησης. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι ο τρόπος παρουσίασης τέτοιων υποθέσεων μπορεί να επηρεάσει και άλλα πιθανά θύματα. Η υπερβολική προβολή λεπτομερειών και η μετατροπή μιας υπόθεσης σε θέαμα δημιουργούν ένα περιβάλλον που ενισχύει τον φόβο. Ένα άτομο που σκέφτεται να μιλήσει μπορεί να αναρωτηθεί αν θα εκτεθεί, αν θα γίνει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης ή αν θα στιγματιστεί. Σε τέτοιες συνθήκες η σιωπή μοιάζει πιο ασφαλής επιλογή.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον ίδιο, διαδραματίζει και η γλώσσα που χρησιμοποιείται. Εκφράσεις που υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα των καταγγελλόμενων πράξεων ή αφήνουν υπαινιγμούς για τη συμπεριφορά του θύματος μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα ενοχής και ντροπής. Αντίθετα, μια προσεκτική και σεβαστική προσέγγιση μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός κλίματος κατανόησης και ασφάλειας.
Εξίσου σημαντική, κατά τον δρα Μικελλίδη, είναι η στάση των μέσων απέναντι στην αξιοπιστία του θύματος. Όταν παρουσιάζεται μια υπόθεση με τρόπο που εξισώνει το θύμα με τον κατηγορούμενο χωρίς σαφή διάκριση ή όταν προβάλλονται αμφιβολίες χωρίς τεκμηρίωση τότε ενισχύεται η ανασφάλεια. Πολλά θύματα ήδη φοβούνται ότι δεν θα γίνουν πιστευτά. Αν δουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται προς αυτή την κατεύθυνση τότε η πιθανότητα να αναζητήσουν βοήθεια μειώνεται.
Έλλη Κοτζαμάνη: Όποιος αναγνωρίζεται ως δημοσιογράφος δεν νοείται να εκφεύγει του Κώδικα στις αναρτήσεις του στα ΜΚΔ

Η αυτορρύθμιση είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο κινούνται οι δράσεις της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, για προστασία της ελευθερίας έκφρασης του δημοσιογράφου από τις όποιες έξωθεν παρεμβάσεις. Η αυτορρύθμιση ισοδυναμεί με την πιστή τήρηση του συνόλου του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Ειδικά στην περίπτωση της Ερευνητικής Δημοσιογραφίας, της οποίας κυρίαρχος στόχος δεν είναι μόνο η σε βάθος ενημέρωση της κοινής γνώμης, αλλά και η παρακίνηση της κοινωνίας να διεκδικήσει βελτιωτικά μέτρα για κακώς έχοντα, αφού ασχολείται με ζητήματα διαφθοράς, σκάνδαλα και ειδεχθή ή ανεπίλυτα εγκλήματα ή συνωμοσίες. Η τήρηση των δεσμευτικών διατάξεων του Κώδικα θωρακίζει τη δημοσιογραφική έρευνα απέναντι στην αμφισβήτηση, ακόμα και αν αυτή χρήζει περαιτέρω ποινικής διερεύνησης.
Εάν οι καταγγελίες που σχετίζονται με την υπόθεση της επονομαζόμενης «Σάντη» έβλεπαν το φως της δημοσιότητας από Μέσο Ενημέρωσης, τότε θα ετίθετο σαφώς θέμα προς εξέταση ως προς την τήρηση ή όχι προνοιών του Κώδικα. Πλέον σημαντική η Ειδική Διάταξη 1 περί ακρίβειας. Επιβάλλει στα ΜΕ την υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο ώστε τα γεγονότα που παρουσιάζουν να χαρακτηρίζει η ακρίβεια.
Εξίσου η Ειδική Διάταξη 5 που ορίζει ότι η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού αλλά και η Ειδική Διάταξη 16 για το τεκμήριο αθωότητας.
Ο Κώδικας περιλαμβάνει, όμως, και άλλες πρόνοιες.
- Η Γενική Διάταξη 10 για αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση αποτρέπει δημοσίευση έρευνας όταν δεν έχει επιβεβαιωθεί η εγκυρότητα των στοιχείων που περιλαμβάνει.
- Η Γενική Διάταξη 16 ορίζει ότι τα ΜΕ και οι Δημοσιογράφοι δεν προβαίνουν σε ανοίκειες προσωπικές επιθέσεις και υβριστικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς που διασύρουν την τιμή και υπόληψη προσώπων.
- Η Γενική Διάταξη 18 ορίζει ότι αποτελεί σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα για τον/την Δημοσιογράφο η συκοφαντική δυσφήμιση.
Θέμα συζήτησης και σε διεθνές επίπεδο, κατά πόσο ο Κώδικας δεσμεύει ένα δημοσιογράφο και όταν χρησιμοποιεί τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Και ισχυρή άποψη πολλών πως από τη στιγμή που ένα πρόσωπο δηλώνει και αναγνωρίζεται ως Δημοσιογράφος, δεν νοείται να εκφεύγει του Κώδικα στις αναρτήσεις του στα ΜΚΔ.
Πρόσθετα, και επειδή η δημοσιογραφική έρευνα συνιστά καταλύτη στην απονομή του δικαίου, κριτήριο στην έρευνα είναι και η προσωπικότητα του Ερευνητή Δημοσιογράφου. Ως Κοινωνικός Εισαγγελέας, με χρέος να υπερασπίζεται την αλήθεια και το δίκαιο, νοείται ότι αξιολογεί και τις συγκυρίες που σχετίζονται με το κάθε ζήτημα, τις προοπτικές και τις συνέπειες, πρωτίστως δε τον χρόνο που επιλέγει για να δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του.
Προς τούτο, καταληκτικά, ο Κώδικας ορίζει στη Γενική Διάταξη 19 ότι οι Δημοσιογράφοι, κατά την ενάσκηση του λειτουργήματός τους… ενεργούν πάντοτε με καλή πίστη και συμμορφώνονται προς το γράμμα και το πνεύμα του Κώδικα.
Γιώργος Φράγκος: Ο δημοσιογράφος είναι διαμεσολαβητής μεταξύ εξουσιαζόμενων και εξουσιαστών

Δεσπόζων γνώμονας κατά την επιτέλεση της δημοσιογραφικής αποστολής είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η ανάδειξη πραγματικών γεγονότων και δεδομένων για όλα τα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο δημοσιογράφος είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ εξουσιαζόμενων και εξουσιαστών. Υπηρετεί τους πρώτους και ελέγχει τους δεύτερους. Ο δημοσιογράφος δεν είναι σκανδαλοθήρας, αλλά οφείλει να αναζητά, να διερευνά και να αναδεικνύει όλες τις περιπτώσεις κακοδιαχείρισης, ατασθαλιών, ανικανότητας, διαπλοκής και διαφθοράς, όποιο πρόσωπο κι αν αφορούν, όποια μορφή εξουσίας κι αν εμπλέκεται σε αυτές.
Σε αυτή την τόσο νευραλγική και ουσιαστική αποστολή για τη δημοκρατία και το κοινωνικό γίγνεσθαι, ο δημοσιογράφος οφείλει να είναι σοβαρός, τεκμηριωμένος, διεισδυτικός και αναλυτικός. Και βεβαίως υπάρχουν δεοντολογικοί και ηθικοί κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά γράμμα και με απόλυτη προσήλωση. Μια πληροφορία, προτού δημοσιευτεί πρέπει να διασταυρωθεί, να διπλοελεχθεί και να τεθεί ενώπιον των επηρεαζόμενων ή εμπλεκόμενων προσώπων και θεσμών ή υπηρεσιών, προκειμένου και αυτοί να διατυπώσουν την άποψη τους επί των διερευνώμενων υποθέσεων.
Επιπλέον, ο δημοσιογράφος κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, πρέπει να προστατεύεται και ο ίδιος και οι πηγές του. Ειδάλλως δεν νοείται η ουσιαστική και διερευνητική δημοσιογραφία. Επί τούτου οφείλω να υπενθυμίσω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ακόμη δεν έχει κυρώσει την ευρωπαϊκή οδηγία περί προστασίας των δημοσιογράφων και των δημοσιογραφικών πηγών, γνωστή ως EMFA, κάτι που όφειλε να πράξει από τον Σεπτέμβριο του 2025. Το γεγονός, ως Ένωση Συντακτών, το ψέξαμε πλειστάκις δημοσίως και ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής. Πρέπει να διασφαλιστούν εκείνες οι θεσμικές προϋποθέσεις ούτως ώστε ο δημοσιογράφος να μην κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να καταστεί από ερευνών – διερευνώμενος και από καταγγέλλων – καταγγελλόμενος.
Η ελευθεροτυπία δεν είναι προνόμιο των δημοσιογράφων, αλλά δικαίωμα των πολιτών. Όταν ένας δημοσιογράφος φιμώνεται, αυτή που τελικά υποφέρει είναι η ίδια η δημοκρατία. Η προστασία της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι, σε τελική ανάλυση, η προστασία του δικαιώματός μας να γνωρίζουμε τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες της κάθε εξουσίας και σε κάθε εποχή.