Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟι αιχμάλωτοι πολέμου του 1974, που εξιστορούν με άκρα μυστικότητα το τραυματικό βίωμα του βιασμού τους κατά την αιχμαλωσία τους στις τουρκικές φυλακές στα Άδανα, είναι περισσότεροι από ένας, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Αιχμαλώτων 1974, Βάσος Χρίστου. Οι παθόντες φαίνεται να κρατούν επτασφράγιστο μυστικό την εγκληματική κακοποίησή τους, καθώς, πέρα από το τραύμα που εκείνη προκάλεσε, κουβαλούν και το στίγμα μίας κοινωνίας κλειστής, καχύποπτης και – αναπόφευκτα – εξίσου τραυματισμένης.
Για 50 και πλέον χρόνια διστάζουν να μιλήσουν, σε μια προσπάθεια να προστατεύσουν τους οικείους και τον περίγυρό τους από τον πόνο, αλλά και από το κοινωνικό στίγμα, το οποίο οι αιχμάλωτοι αισθάνθηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωσή τους, σύμφωνα με τον κ. Χρίστου, και μόνο με την υποψία της σεξουαλικής κακοποίησης.
Σύμφωνα, δε, με τον αναπτυξιακό και κοινωνικό ψυχολόγο, Αντώνη Ανδρουλιδάκη, η διατήρηση τέτοιων εγκλημάτων εν κρυπτώ για δεκαετίες, πέρα από δυσβάσταχτο προσωπικό τραύματα, δηλώνει και «κοινωνική αδυναμία μαρτυρίας». Ο κ. Ανδρουλιδάκης σημειώνει ότι «η σεξουαλική βία στον πόλεμο μπορεί να λειτουργεί ως πράξη εξευτελισμού και κυριαρχίας όχι μόνο πάνω στο άτομο αλλά συμβολικά και πάνω στην ομάδα στην οποία ανήκει» και γι’ αυτό, μπορεί «η ντροπή που κατασκεύασε ο θύτης να συνεχίσει να λειτουργεί μέσα στην κοινωνία του θύματος για δεκαετίες».
Η Υφυπουργός Πρόνοιας, Τίνα Παύλου, ανέφερε ότι έχουν ήδη προγραμματιστεί συναντήσεις με συνδέσμους παθόντων και με αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, ώστε να εξεταστούν εισηγήσεις για να μπορέσει να ανοίξει ένα παράθυρο, όπως είπε χαρακτηριστικά, για όσους θέλουν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους.
Ο κ. Χρίστου είχε αποκαλύψει ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων την 1η Σεπτεμβρίου, ότι σύζυγος εκλιπόντος αιχμαλώτου του είχε αποκαλύψει πως ο σύζυγος της εκμυστηρεύθηκε στην ίδια, λίγο πριν πεθάνει, τον βιασμό του κατά την αιχμαλωσία του στην Τουρκία. Μίλησε επίσης και για δεύτερη περίπτωση αιχμαλώτου, ο οποίος βρίσκεται ακόμα εν ζωή και έχει παραδώσει στον Πρόεδρο του Συνδέσμου επιστολή στην οποία καταμαρτυρεί τον δικό του βιασμό, με οδηγίες, όμως, να μην κοινοποιηθεί πριν τον θάνατό του.
«Εύχομαι να ζήσει ο άνθρωπος άλλα 20-30 χρόνια και να πεθάνω εγώ και να μη βγει αυτή η μαρτυρία στη δημοσιότητα», ανέφερε ο κ. Χρίστου. «Είναι μια τραγική μαρτυρία που οι περιγραφές της παραπέμπουν σε όσα αποτυπώνονται στην ταινία “Το εξπρές του μεσονυχτίου”», πρόσθεσε.
Ερωτηθείς εάν γνωρίζει και άλλες τέτοιες περιπτώσεις, ο κ. Χρίστου απάντησε ότι δεν έχει υπόψη του κάτι περισσότερο. Υποστήριξε, όμως, ότι ακόμα κι αν υπάρχουν κι άλλοι αιχμάλωτοι που υπέστησαν βιασμό, δεν είναι πολύ πιθανό να μιλήσουν ανοιχτά γι’ αυτό.
«Κάποιοι από τους αιχμαλώτους που μιλούν μεταφέροντας μαρτυρίες σε βιβλία, σε ντοκιμαντέρ, με τον τρόπο που περιγράφουν τα πράγματα, αν και δεν θέλω να είμαι απόλυτος, πιστεύω ότι κακοποιηθήκαν σεξουαλικά», είπε.
Σε ερώτηση τι είναι αυτό που τον κάνει να το πιστεύει, είπε ότι «είναι το βουβό κλάμα το οποίο βγαίνει μέσα από την ψυχή των ανθρώπων, όταν λέει κάποιος σε συνέντευξη για τα βάσανα τα οποία είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του και λέει ότι ούτε στα παιδιά του δεν έχει πει ακόμα όσα υπόφερε». Εξήγησε ότι δεν μπορεί να είμαι απόλυτος πως κάτι τέτοιο υποδηλώνει όντως σεξουαλική κακοποίηση ή το βάρος της όλης τραυματικής εμπειρίας του πολέμου και της αιχμαλωσίας, αλλά δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο αυτό.
Ο κ. Χρίστου μίλησε για τον φόβο του κοινωνικού στίγματος, που ακολουθούσε τους αιχμαλώτους του 1974 ήδη από την απελευθέρωσή τους τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, υποδεικνύοντας το στίγμα ως κύριο παράγοντα για να επιλέξουν οι αιχμάλωτοι τη σιωπή για όσα έζησαν.
«Από το 1974, μετά την απολύσή μας από την αιχμαλωσία, μας δακτυλοδείχνανε και μας χλεύαζαν», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Χρίστου. «Επειδή είχαν ακούσει ότι οι Τούρκοι βίασαν γυναίκες, έλεγαν σιγά να μην είχαμε γλιτώσει εμείς… Υπήρχε η υποψία από τότε», πρόσθεσε.
Με βάση αυτά, ο κ. Χρίστου εξέφρασε την πεποίθηση ότι δε θα είναι εύκολο να υλοποιηθεί και η πρόθεση της κυβέρνησης να καταγράψει τις περιπτώσεις αιχμαλώτων που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Ανέφερε, μάλιστα, ότι, συμβούλευσε και τον άνθρωπο που του κατέθεσε γραπτώς τη μαρτυρία του, να μην προχωρήσει σε δημοσιοποίησή της, όταν εκείνος τον ρώτησε, μετά τις αποκαλύψεις στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προσφύγων, εάν θα έπρεπε να μιλήσει ανοιχτά για την εμπειρία του.
Δρομολογούνται προσπάθειες για στήριξη των παθόντων, λέει η Υφυπουργός
Η Υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, Τίνα Παύλου, εξέφρασε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής την πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει τους παθόντες και να καταγράψει τις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης.
Η κ. Παύλου εξήγησε ότι και μόνο η αφήγηση μπορεί να είναι θεραπευτική για όποιον έχει υποστεί μία τέτοια τραυματική εμπειρία. «Είναι σημαντικό να δώσουμε την επιλογή σε όποιον το επιθυμεί να ακουστεί η μαρτυρία του και να υποστηριχθεί ψυχολογικά», σημείωσε η κ. Παύλου, υπογραμμίζοντας ότι σκοπός είναι να γίνει αυτό με τρόπο που θα διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των μαρτυριών.
Όπως είπε, από πλευράς Υφυπουργείου Πρόνοιας έχουν ήδη δρομολογηθεί ενέργειες προς επίτευξη του στόχου αυτού. Έχουν οριστεί συναντήσεις τόσο με φορείς και συνδέσμους παθόντων, όσο και με αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, ώστε να εξεταστούν εισηγήσεις για να μπορέσει να ανοίξει ένα παράθυρο, όπως είπε χαρακτηριστικά, για όσους θέλουν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους.
«Βάσει της βιβλιογραφίας, δεν υπάρχει πόλεμος που να μην ήταν μέρος του η σεξουαλική κακοποίηση», σημείωσε η κ. Παύλου, προσθέτοντας ότι κάθε χώρα στην οποία υπάρχουν θύματα, θα πρέπει να τους παρέχει κατάλληλη φροντίδα και υποστήριξη. Η ίδια εξήγησε ότι ένα βαθύ τραύμα, μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής και σίγουρα και την ψυχολογική κατάσταση του θύματος και ότι οι επιπτώσεις είναι ορατές, ακόμα κι αν δεν μπορεί να συνδεθεί με την αιτία. Πρόσθεσε, δε, ότι η τραυματική εμπειρία μπορεί να αγγίζει σε δεύτερο επίπεδο και άτομα του οικείου περιβάλλοντος του θύματος.
Σε ερώτηση σχετικά με την καταλληλότητα της διαχείρισης των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης λίγο μετά τον πόλεμο, η κ. Παύλου επισήμανε ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε με βάση τα σημερινά δεδομένα τις ενέργειες που αποφασίστηκαν τότε. Επιβεβαίωσε, όμως, ότι η αντιμετώπιση της οποίας έτυχαν τότε συγκεκριμένα οι γυναίκες που υπέστησαν βιασμό, αποτέλεσε μία επίσης τραυματική εμπειρία, που επικάθησε στο ίδιο το τραύμα της κακοποίησης.
Ο κ. Χρίστου αναφέρθηκε και στις περιπτώσεις των γυναικών που βιάστηκαν κατά την επίθεση του τουρκικού στρατού, κάνοντας λόγο για φρικτά εγκλήματα πολέμου. Ο ίδιος επισήμανε ότι, ακόμα και οι βιασμοί 1500 γυναικών ηλικίας 13-80 ετών, είναι ένα θέμα που ήρθε στην επιφάνεια πρόσφατα. Σημείωσε, δε, ότι τα πιο φρικτά εγκλήματα διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της προέλασης της Τουρκίας στη δεύτερη εισβολή, όταν στην ουσία δεν γινόταν πόλεμος γιατί δεν υπήρχε καμία αντίσταση, όπως είπε.
Όσον αφορά τις γυναίκες, είπε ότι, αν και πολύ λίγες μίλησαν τότε, ήταν γνωστό ότι είχαν βιαστεί. «Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του εγκλωβισμού τους έστελναν και χάπια αντισυλληπτικά για να παίρνουν για να μην μείνουν έγκυοι», είπε, προσθέτοντας ότι «στη συνέχεια όταν ήρθαν στις ελεύθερες περιοχές, όσες είχαν μείνει έγκυοι, μεταφέρθηκαν στις Βρετανικές Βάσεις και έκαναν έκτρωση».
Εξάλλου, ο κ. Χρίστου σημείωσε ότι υπάρχουν περιπτώσεις παθόντων που υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση, οι οποίοι δεν εμπίπτουν ούτε στους αιχμαλώτους, ούτε στους αγνοούμενους και τις οικογένειές τους, ούτε σε άλλη κατηγορία παθόντων και, κατ’ επέκταση, δεν έχουν ενταχθεί σε κατηγορίες που λαμβάνουν κάποιες κρατικές παροχές, όπως είναι η κατ’ οίκον φροντίδα. «Αυτές τις γυναίκες που κακοποιήθηκαν σεξουαλικά ποιος τις σκέφτηκε; Δεν θέλουν κατ’ οίκον φροντίδα, δεν θέλουν επιδόματα;», είπε.
Εξέφρασε, μάλιστα, την ενόχληση του Συνδέσμου για το γεγονός ότι, απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου τον περασμένο Ιούλιο αίρει για την κατηγορία των μητέρων και συζύγων αγνοουμένων από τα οικονομικά κριτήρια για την παραχώρηση της παροχής κατ’ οίκον φροντίδας, τα οποία κριτήρια προβλέπουν μέχρι €20.000 καταθέσεις και €23.000 εισοδήματα τον χρόνο για κάθε νοικοκυριό. Ο κ. Χρίστου σημείωσε ότι θα έπρεπε η παροχή αυτή να να ισχύει χωρίς κριτήρια για όλες ανεξαιρέτως τις κατηγορίες των παθόντων.
«Το κρυφό τραύμα δεν είναι ακίνδυνο, αυτό που δεν λέγεται δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει»
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης, αναπτυξιακός και κοινωνικός ψυχολόγος και συγγραφέας, που μελετά ιδιαίτερα το συλλογικό τραύμα, επισημαίνει ότι «το κρυφό τραύμα δεν είναι ακίνδυνο, γιατί αυτό που δεν λέγεται δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει».
Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι φαίνεται κάποια θύματα βιασμού και πολύ περισσότερο άντρες, να μιλούν εντελώς εμπιστευτικά για την τραυματική εμπειρία που βίωσαν, μόνο λίγο πριν τον θάνατο, πιστεύοντας ότι όσο δεν το εκμυστηρεύονται, προστατεύουν την οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο, ο κ. Ανδρουλιδάκης εξήγησε ότι είναι μία συμπεριφορά που παρατηρείται ειδικά από άντρες παλαιότερων γενεών, από τους οποίους η κοινωνία ανέμενε να εκπληρώνουν τον ρόλο του προστάτη. «Έτσι όμως συχνά προστατεύουν τους άλλους πληρώνοντας οι ίδιοι ένα πολύ μεγάλο ψυχικό τίμημα», εξήγησε.
Πρόσθεσε ότι για τους παθόντες, το να κρατάνε μέσα τους ένα τέτοιο μυστικό μπορεί να σημαίνει μία ζωή με εφιάλτες, υπερεπαγρύπνηση, θυμό, απομόνωση, σωματοποιήσεις ή δυσκολία στην εγγύτητα και στις σχέσεις. «Και κάποιες φορές επηρεάζει την οικογένεια χωρίς εκείνη να γνωρίζει καν την πηγή του», σημείωσε ο κ. Ανδρουλιδάκης, εξηγώντας ότι «με αυτή την έννοια, ένα ατομικό τραύμα μπορεί να αποκτήσει και διαγενεακή διάσταση: δεν μεταδίδεται αυτούσιο το γεγονός, αλλά μπορούν να μεταδοθούν η σιωπή, ο φόβος, οι τρόποι άμυνας και οι δυσκολίες στη σύνδεση».
Ερωτηθείς εάν το κοινωνικό στίγμα μπορεί να θεωρηθεί ως παράγοντας για διπλή θυματοποίηση των παθόντων, ο κ. Ανδρουλιδάκης είπε ότι μπορεί ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια, η κοινότητα ή η κοινωνία υποδέχεται -ή δεν υποδέχεται- την εμπειρία του θύματος, να προκαλεί ένα δεύτερο τραύμα. «Η δυσπιστία, η ενοχοποίηση, η ντροπή, ακόμη και η αμήχανη σιωπή μπορούν να λειτουργήσουν ως δευτερογενής τραυματισμός», σημείωσε, εξηγώντας ότι το κοινωνικό στίγμα μπορεί σταδιακά να εσωτερικευθεί και το θύμα να βλέπει τον εαυτό του μέσα από το βλέμμα που φοβάται ότι έχουν οι άλλοι γι’ αυτό.
«Υπάρχει όμως και εδώ μια συλλογική ευθύνη. Μια κοινωνία μπορεί είτε να επιδεινώσει το τραύμα είτε να συμβάλει στην επούλωσή του», επισήμανε ο κ. Ανδρουλιδάκης, εξηγώντας ότι, εάν η κοινωνία λέει καθαρά «η ντροπή ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που άσκησε τη βία», τότε αποκαθιστά την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που την υπέστη.
Επεκτείνοντας τη σημασία της τραυματικής εμπειρίας από το ατομικό στο συλλογικό, ο κ. Ανδρουλιδάκης κάνει λόγο για «μια κοινωνική αδυναμία μαρτυρίας», εξηγώντας ότι «υπάρχουν πράγματα που μια κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη να ακούσει και, όταν δεν μπορεί να τα ακούσει, οι άνθρωποι που τα έζησαν μαθαίνουν ότι δεν μπορούν να τα πουν».
«Η σεξουαλική βία στον πόλεμο μπορεί να λειτουργεί ως πράξη εξευτελισμού και κυριαρχίας όχι μόνο πάνω στο άτομο αλλά συμβολικά και πάνω στην ομάδα στην οποία ανήκει», συνεχίζει, επισημαίνοντας ότι μπορεί «η ντροπή που κατασκεύασε ο θύτης να συνεχίσει να λειτουργεί μέσα στην κοινωνία του θύματος για δεκαετίες».
«Γι’ αυτό αυτές οι μαρτυρίες, πενήντα και πλέον χρόνια μετά, δεν αφορούν μόνο τους ανθρώπους που τις κουβάλησαν. Αφορούν την ίδια την Κύπρο και τον τρόπο με τον οποίο θυμάται το 1974», σημειώνει καταληκτικά ο κ. Ανδρουλιδάκης, υποστηρίζοντας ότι «η συλλογική μνήμη δεν μπορεί να περιλαμβάνει μόνο όσα μπορέσαμε μέχρι σήμερα να αφηγηθούμε· οφείλει να δημιουργήσει χώρο και για όσα έμειναν στη σιωπή, όχι για να ξαναγράψουμε την ιστορία, αλλά για να την κάνουμε πληρέστερη και περισσότερο ανθρώπινη».
Ερωτηθείς για το ποιες πρέπει να είναι οι συνθήκες για να μιλήσουν οι παθόντες, ο κ. Ανδρουλιδάκης υπογράμμισε την ανάγκη για δημιουργία αισθήματος ασφάλειας, ώστε όποιος φέρει μία τραυματική μαρτυρία να «ξέρει πως θα τον πιστέψουν, δεν θα τον κρίνουν, δεν θα τον ανακρίνουν, δεν θα αμφισβητήσουν την ανδρικότητα ή την αξιοπρέπειά του και, κυρίως, ότι ο ίδιος θα διατηρήσει τον έλεγχο της ιστορίας του: σε ποιον θα μιλήσει, πόσα θα πει και πότε». Εξήγησε ότι για κάτι τέτοιο χρειάζονται ασφαλείς και εμπιστευτικοί χώροι και κατάλληλα εκπαιδευμένοι επαγγελματίες.
«Για να μπορέσει να σπάσει μια προσωπική σιωπή πενήντα χρόνων, ίσως χρειάζεται πρώτα να σπάσει μια συλλογική σιωπή πενήντα χρόνων, να αναγνωρίσουμε δημόσια ότι αυτά συνέβησαν, ότι η σεξουαλική βία σε συνθήκες πολέμου αφορά και άνδρες και ότι κανένα θύμα δεν έχει λόγο να ντρέπεται», κατέληξε.
ΚΥΠΕ