Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα έφεση κατοίκου Λεμεσού, ο οποίος αμφισβήτησε τη νομιμότητα δικαστικού εντάλματος που επέτρεψε στην Αστυνομία να αποκτήσει πρόσβαση σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας από ηλεκτρονικές συσκευές και άλλα τεκμήρια που είχαν κατασχεθεί από το διαμέρισμά του.
Το Δικαστήριο απέρριψε και τους τέσσερις λόγους έφεσης, επικυρώνοντας ουσιαστικά την πρωτόδικη απόφαση με την οποία δεν είχε δοθεί άδεια στον εφεσείοντα να προχωρήσει σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari.
Η υπόθεση αφορά ένταλμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 2025, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης της Αστυνομίας, δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας. Με το ένταλμα επιτράπηκε η πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας που ήταν καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε συγκεκριμένα τεκμήρια.
Ο εφεσείων είχε υποστηρίξει ότι η Αστυνομία είχε ήδη αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο των κατασχεθέντων συσκευών πριν από την έκδοση του εντάλματος και ότι η μεταγενέστερη δικαστική έγκριση αποτελούσε προσπάθεια εκ των υστέρων νομιμοποίησης της προηγούμενης πρόσβασης και επεξεργασίας δεδομένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν από το Δικαστήριο, ο εφεσείων είχε συλληφθεί δυνάμει δικαστικού εντάλματος για διάφορα αδικήματα, μεταξύ άλλων βάσει της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για κατασκοπεία. Η αστυνομική μαρτυρία τον παρουσίαζε να κινείται σε περιοχές κοντά στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής-Ακρωτηρίου, το αεροδρόμιο Πάφου και την Αεροπορική Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», έχοντας μαζί του μεγάλη φωτογραφική μηχανή και τρία κινητά τηλέφωνα, ενώ φέρεται να φωτογράφιζε, να συνομιλούσε τηλεφωνικά και να κρατούσε σημειώσεις.
Κατά την έρευνα στο διαμέρισμά του κατασχέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα, τρεις κάρτες SIM, φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, φωτογραφική μηχανή και κάρτα μνήμης φωτογραφικής μηχανής. Στις συσκευές εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός φωτογραφιών και βίντεο στρατιωτικών και άλλων εγκαταστάσεων, καθώς και αεροσκαφών και ελικοπτέρων.
Το Ανώτατο εξέτασε ειδικότερα τις ενέργειες που είχαν γίνει από τις ανακριτικές αρχές μεταξύ 21 και 25 Ιουνίου 2025, πριν από την έκδοση του επίδικου εντάλματος. Για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή είχε αφαιρεθεί ο σκληρός δίσκος και είχε δημιουργηθεί δικανικό αντίγραφο, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε αυτοματοποιημένη ανάλυση του περιεχομένου του. Από τα κινητά τηλέφωνα και τις κάρτες SIM είχε γίνει δικανική εξαγωγή του περιεχομένου και αποθήκευση αντιγράφων σε ηλεκτρονικούς φακέλους.
Το Ανώτατο έκρινε ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν συνιστούσαν πρόσβαση σε «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», όπως αυτό ορίζεται στη σχετική νομοθεσία. Όπως εξήγησε, η δημιουργία δικανικών αντιγράφων και η αποθήκευσή τους, καθώς και οι αναλύσεις που περιγράφηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι περιλάμβαναν πρόσβαση σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.
Το Δικαστήριο έκανε επίσης ειδική αναφορά στο φωτογραφικό υλικό που εντοπίστηκε στις συσκευές, επισημαίνοντας ότι τα κινητά τηλέφωνα αποτελούν πολυμηχανήματα και μπορούν να λειτουργούν και ως φωτογραφικές μηχανές. Η εξέταση φωτογραφιών ή βίντεο ως φωτογραφικού υλικού δεν συνιστά από μόνη της ζήτημα ιδιωτικής επικοινωνίας, εκτός εάν το συγκεκριμένο υλικό έχει αποσταλεί με κάποιο τρόπο σε άλλο πρόσωπο.
Ως εκ τούτου, το Ανώτατο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως δεν υπήρχε συζητήσιμο ζήτημα που να δικαιολογούσε τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης certiorari.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι δεν εξετάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Το Ανώτατο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξετάσει το ζήτημα και είχε καταλήξει ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν παραβιαζόταν.
Η έφεση απορρίφθηκε ομόφωνα.