Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑπίστευτη τροπή για τα κοινοβουλευτικά δεδομένα προσλαμβάνει απάντηση του υπουργού Εσωτερικών κ. Κωνσταντίνου Ιωάννου σε ερώτηση του βουλευτή του κινήματος ΑΛΜΑ, κ. Μιχάλη Παρασκευά, σχετικά τον κυβερνητικό χειρισμό των αιτήσεων δύο MALL στη Λεμεσό, εκ των οποίων η μία εγκρίθηκε και η δεύτερη απορρίφθηκε.
Ο υπουργός, εμμέσως πλην σαφώς, αφήνει αιχμές ως προς τα κίνητρα του βουλευτή για τη σχετική ερώτηση.
Συγκεκριμένα, ο υπουργός στην απάντησή του, καταγράφει τα ακόλουθα: «Επειδή δεν επιβεβαιώνεται ότι τα στοιχεία που ζητάτε εμπίπτουν στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου και περαιτέρω δεν γνωρίζω το σκοπό που αυτά ζητούνται, η κοινοποίηση αυτών, εκ πρώτης όψεως, θα παραβίαζε τις διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 21/1985 και του άρθρου 5 του Κανονισμού.».
Ο κ. Ιωάννου προσθέτει: «Αν τα στοιχεία ζητούνταν στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου θα είχα υποχρέωση, να σας κοινοποιήσω τα απολύτως αναγκαία στοιχεία για ενημέρωση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής…».
Ο υπουργός στην απάντησή του επικαλείται επίσης τα προσωπικά δεδομένα που σχετίζονται με τις αιτήσεις, την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και ζητήματα εμπιστευτικότητας.
Στην ερώτηση Παρασκευά αναφερόταν ότι «στις 16 Ιουλίου 2026 το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την κατά παρέκκλιση έγκριση της αίτησης ΛΕΜ/837/2023 για ανέγερση οργανωμένου εμπορικού κέντρου στον Άγιο Αθανάσιο του δήμου Αμαθούντας, κατόπιν, όπως αναφέρεται, ομόφωνης θετικής εισήγησης του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων (ΣΥΜΕΠΑ)». Κατά την ίδια συνεδρία, προσθέτει ο κ. Παρασκευά, «απορρίφθηκε η αίτηση ΛΕΜ/351/2023, η οποία επίσης αφορούσε οργανωμένο εμπορικό κέντρο στην ίδια ευρύτερη περιοχή».
Ο κ. Παρασκευά κάλεσε τον υπουργό να πληροφορήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων για τα ακόλουθα: Με ποια συγκεκριμένη πραγματική και νομική αιτιολογία κρίθηκε ότι η μία αίτηση (ΛΕΜ/837/2023) πληροί τα κριτήρια του σχετικού Κανονισμού και δεν επηρεάζει ουσιωδώς τη γενική στρατηγική του τοπικού σχεδίου Λεμεσού, ενώ η δεύτερη αίτηση (ΛΕΜ/351/2023) απορρίφθηκε δυνάμει του Κανονισμού 19(2);
Ζητούσε επίσης ενημέρωση ως προς το ποιο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον ή ποια άλλη ειδική περίπτωση κρίθηκε ότι συντρέχει, ποιες ήταν οι ουσιώδεις πολεοδομικές διαφορές μεταξύ των δύο αιτήσεων και ποια η ακριβής έκταση της παρέκκλισης ως προς τη χρήση και χωροθέτηση της ανάπτυξης, τον συντελεστή δόμησης, την κάλυψη και το ύψος.
Ο βουλευτής έκανε αναφορά και στην έγκριση αύξησης του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης και ρωτούσε κατά πόσον εφαρμόστηκαν οι σχετικοί Κανονισμοί ως προς την αντιστάθμιση της αύξησης και την υλοποίηση του σχετικού μέτρου πριν από τη χορήγηση της πολεοδομικής άδειας;
Εάν δεν συυνέβη αυτό, ο κ. Παρασκευά ζητούσε να ενημερωθεί σε ποια ακριβώς εξαίρεση στηρίχθηκε η μη εφαρμογή τους και με ποια αιτιολογία κρίθηκε ότι αυτή συντρέχει;
Περαιτέρω ζητείτο ενημέρωση ως προς το κατά πόσον ήταν πράγματι ομόφωνη η τελική εισήγηση του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων (ΣΥΜΕΠΑ) και αν αυτή ταυτιζόταν πλήρως ως προς την έγκριση, τους όρους και τα αντισταθμιστικά μέτρα με την τελική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Τέλος, ο βουλευτής ζητούσε ενημέρωση ως προς το πώς αξιολογήθηκε η αρνητική θεσμική θέση που φέρεται να είχε διατυπώσει το ΕΤΕΚ κατά τη δημόσια ακρόαση της 24ης Οκτωβρίου 2025.
Στην απάντηση του υπουργού, αφού αναγνωρίζεται ότι οι κοινοβουλευτικές επιτροπές έχουν εξουσία να ζητούν γραπτές ή προφορικές πληροφορίες, καταγράφονται τα ακόλουθα:
-Το άρθρο 3 του περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νόμου του 1985 (Ν.21/1985) προβλέπει ότι, «Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές, κατά την άσκηση των εργασιών τους στα πλαίσια των κατά νόμο αρμοδιοτήτων τους, έχουν εξουσία να ζητούν πληροφορίες, γραπτές ή προφορικές, από τις διάφορες δημόσιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας, από τα νομικά πρόσωπα και τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, από τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και από τους ιδιώτες, και να ζητούν την προσαγωγήν εγγράφων, δημόσιων ή ιδιωτικών, που κατά την κρίση τους δύνανται να υποβοηθήσουν στην εκτέλεση του έργου τους, στο υπό εξέταση από τις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές θέμα».
-Οι θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 5 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (εφ’ εξής «Κανονισμός»), δηλαδή (α) η αρχή της νομιμότητας, διαφάνειας, αντικειμενικότητας, (β) η αρχή του περιορισμού του σκοπού, (γ) η αρχή της ελαχιστοποίησης, (δ) η αρχή της ακρίβειας, (ε) η αρχή του περιορισμού της περιόδου αποθήκευσης και (στ) η αρχή της ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας, πρέπει να τυγχάνουν πιστής εφαρμογής κατά την επεξεργασία (π.χ. κοινοποίηση) προσωπικών δεδομένων.
Επομένως, νοούμενου ότι, τα στοιχεία αναφορικά με τις αιτήσεις ΛΕΜ/837/2023 και ΛΕΜ/351/2023 οι οποίες αφορούσαν ανέγερση οργανωμένων εμπορικών κέντρων, ζητούνταν στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου βάσει του άρθρου 3 του Νόμου 21/1985, θα είχα υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού, να σας κοινοποιήσω τα απολύτως αναγκαία στοιχεία για ενημέρωση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Και τούτο επειδή, με βάση την ιεραρχία των κανόνων δικαίου, υπερέχουν τα δικαιώματα που προστατεύει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι διατάξεις του Κανονισμού έναντι άλλων κοινών νόμων όπως για παράδειγμα τον Νόμο Ν. 21/1985.
-Τα πιο πάνω πηγάζουν από τις κατά καιρούς Αποφάσεις που εξέδωσε η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και από Αποφάσεις άλλων αντίστοιχων εθνικών Αρχών. Ενδεικτικά, αναφέρεται το πιο κάτω απόσπασμα από Απόφαση της Ελληνικής Αρχής:
«Όπως παγίως γίνεται δεκτό από τα εθνικά και ευρωπαϊκά ανώτατα δικαστήρια, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί σε ατομικά δικαιώματα ή οι εκδιδόμενες από τις δημόσιες αρχές δυσμενείς για το διοικούμενο πράξεις πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην είναι προφανώς δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Το μέτρο είναι πρόσφορο (κατάλληλο), όταν καθιστά δυνατή την αποτελεσματική επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Τα μέτρο κρίνεται αναγκαίο, όταν…… μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων που επιτυγχάνουν εξίσου τον επιδιωκόμενο σκοπό, επιλέγεται εκείνο που επάγεται τις λιγότερο επαχθείς συνέπειες.».
-Επειδή δεν επιβεβαιώνεται ότι τα στοιχεία που ζητάτε εμπίπτουν στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου και περαιτέρω δεν γνωρίζω το σκοπό που αυτά ζητούνται, η κοινοποίηση αυτών, εκ πρώτης όψεως, θα παραβίαζε τις διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 21/1985 και του άρθρου 5 του Κανονισμού.»