Ο Α. Χατζηαντώνης, πρόσφυγας Κερυνειώτης, αναφέρεται σε γεγονότα που σημάδεψαν την Κύπρο.
Αυτές τις μέρες, κυρίαρχο θέμα σε συζητήσεις είναι η φοβία που μας έπιασε όλους, ότι το Κυπριακό ξεφεύγει από το πλαίσιο του ΟΗΕ, και διολισθαίνει –με δική μας συγκατάθεση– σε άλλες ατραπούς. Θα μιλάμε για Αποκεντρωμένη Ομοσπονδία, πλέον. Ξεχάστε το παραμύθι περί ΔΔΟ, με το οποίο μας κορόιδευαν επί 44 χρόνια κάποιοι…
Αφορμή για το παρόν κείμενο είναι ένα άρθρο στον «Φ» της 10/10/2018, του Ανδρέα Πετρούδη. Το ανέγνωσα, με μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί απομυθοποιεί ιστορικούς ηγέτες, που σχεδόν κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει. Τέτοια άρθρα δεν βλέπουμε συχνά, στον Τύπο, ή στα λεγόμενα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Διότι λέγει σκληρές αλήθειες. Που φυσικά, πολλοί από εμάς, τις γνωρίζουμε. Αλλά, η νέα γενιά; Πολύ αμφιβάλλω… Θα επικεντρωθώ σε ορισμένα σημεία του τολμηρού άρθρου και θα προσθέσω και τον δικό μου προβληματισμό. Γράφει ο κ. Πετρούδης: «Στην ομιλία του, ο Αρχ. Μακάριος, στη Γεν. Συνέλευση του Σ.Α. στις 19/7/1974, κατήγγειλε ότι τα γεγονότα στην Κύπρο, δεν ήταν εξέγερση, ή εσωτερική υπόθεση, αλλά ξεκάθαρη στρατιωτική εισβολή και παραβίαση της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητος της Κυπρ. Δημοκρατίας, από το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδος…». Λίγο πιο κάτω, αναφέρει ότι δυο μέρες προηγουμένως, στο Λονδίνο, ο Harold Wilson είπε στον Κύπριο πρόεδρο ότι, ναι, το πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως εισβολή. Άρα, τον παρότρυνε να προβεί στην πιο πάνω καταγγελία. Γνωρίζετε ότι μέχρι σήμερα, η Δημοκρατία μας δεν έχει καταγγείλει την εισβολή της Τουρκίας το ’74, ενώ την παρέμβαση της Ελλάδος την καταγγείλαμε όπως μας τονίζει ο Α. Πετρούδης; Αλλά, πώς μπορείς να καταγγείλεις έναν εισβολέα, όταν εσύ ο ίδιος, εμμέσως πλην σαφώς, τον έχεις καλέσει να επέμβει, προς αποκατάσταση της συνταγματικής τάξεως;
Ανήκω σε οικογένεια Μακαριακών. Ο μακαριστός, λοχαγός-ιατρός της Ε.Φ., πατέρας μου, δεν ανεχόταν καμιά κακοπροαίρετη κριτική κατά του τότε Προέδρου της νεοσύστατης Δημοκρατίας μας. Όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των Ε/Κ, τον θεωρούσε αλάνθαστο. Αναντικατάστατο. Μέχρι το ’74, τότε ήμουνα 15 χρονών, δεν τολμούσε λοιπόν κανείς να αμφισβητήσει στο σπίτι μας, την πολιτική, ή τους χειρισμούς του Προέδρου Μακαρίου. Από την άλλη, είμαι ένας εξ εκείνων, που καταδικάζουν ως αντεθνικές τις ενέργειες του ιστορικού αγωνιστή, Γ. Γρίβα, κατά το διάστημα 1971 – 73. Διαχωρίζοντας τη δράση του, ως αρχηγού της ΕΟΚΑ το ’55 – ’59. Σε πάμπολλα σημειώματά του, καταδικάζω όσους ανεγκέφαλους συνήργησαν μετά το 1971, υπό την καθοδήγηση του Γρίβα, στο άνοιγμα της κερκόπορτας και την παράδοση, σχεδόν αμαχητί, του 37% της πατρίδας μας, στον εκ βορρά, ημιβάρβαρο κατακτητή. Όμως, πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουμε, ότι ίσως βιαστήκαμε να αγιοποιήσουμε κάποιους, αγνοώντας ή παραλείποντας να θυμίσουμε, να αποσιωπήσουμε ίσως, κάποια σοβαρά πολιτικά λάθη που διέπραξαν.
Το άρθρο του κ. Πετρούδη, νομίζω, θέτει τα πράγματα στη θέση τους. Θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Καταμερίζει ευθύνες και στον έτερο των δύο ιστορικών ηγετών μας, κάτι που αποτελεί μια θαρραλέα ενέργεια. Και αξίζει να του το αναγνωρίσουμε αυτό. Αλλά, κλείνοντας, δεν θέλω να αφήσω να αιωρούνται ιδέες, ότι αίφνης μετεξελίχθηκα σε φανατικό… αντιμακαριακό. Όχι, βέβαια. Τιμώ την ηρωική μορφή του Μακαρίου, του αναγνωρίζω αγνό πατριωτισμό, και φυσικά, το γεγονός ότι ουδέποτε επεδίωξε συνειδητά το κακό της πατρίδος μας. Όμως, εύκολα έπεφτε στις αγγλικές παγίδες. Τον Νοέμβριο του ’63, δεν συνέβη κάτι παρόμοιο –σαν αυτό που αναφέρω πιο πάνω, με την παρότρυνση του Wilson στις 19/7/74 στη βρετανική πρωτεύουσα– όταν οι δόλιοι και πανούργοι Βρετανοί αποικιοκράτες, οι κακοί δαίμονες της νήσου μας, έδωσαν περίπου, το πράσινο φως στον Μακάριο, να προτείνει την αναθεώρηση (τα γνωστά 13 σημεία) του νεότευκτου Κυπριακού Συντάγματος του ’60; Αν δεν μάθουμε να λέμε τα σύκα – σύκα, και τη σκάφη – σκάφη, θα παραμένουμε αιωνίως εγκλωβισμένοι σε λανθασμένες θεωρήσεις ή πεποιθήσεις, που δεν μας βοηθούν να αφήσουμε τις εσφαλμένες πολιτικές του παρελθόντος και να βαδίσουμε, χωρίς παρωπίδες, μπροστά. Ειδικά τώρα, που βρισκόμαστε στην τελική φάση «κλεισίματος» του εθνικού μας προβλήματος.