Ο Λοΐζος Πουργουρίδης απευθύνεται σε ένα κορίτσι από την Ανατολική Ευρώπη, που ήρθε στην Κύπρο, αναζητώντας καλύτερη ζωή.
Ξανθό κορίτσι με τις πλεξούδες και τα γαλάζια μάτια, από την Ανατολική Ευρώπη, σε βλέπω με το σακίδιο στην πλάτη γεμάτο διαφημιστικά φυλλάδια, να γυρίζεις τις γειτονιές, μέσα στο κρύο ή τη ζέστη, για να τα μοιράσεις.
Μην ντρέπεσαι και μη χαμηλώνεις το βλέμμα, όταν έρχεσαι να  μας δώσεις ένα φυλλάδιο, η δουλειά δεν είναι ντροπή. Είναι σκληρή η δουλειά σου, βλέπεις οι δικές μας κοπέλες δεν την κάνουν, κάθονται στις καφετερίες σκαλίζοντας τα ακριβά τους τηλέφωνα και προσπαθούν να επικοινωνήσουν με κάποιο δικό τους που μπορεί και να βρίσκεται δίπλα τους.
Ποια μοίρα σ’ έφερε στη χώρα μας να ζήσεις και σε ποιες συνθήκες ζούσες στη δική σου πατρίδα, για να την αφήσεις για μια καλύτερη ζωή;
Σαν κορίτσι έχεις και εσύ τα όνειρά σου που σου τα γκρέμισαν εκεί που ζούσες, για  έλθεις στη χώρα μας για μια καλύτερη τύχη.
Μη σταματήσεις να ονειρεύεσαι, τα όνειρα είναι το αλάτι  της ζωής, που δίνουν κουράγιο να συνεχίζεις.
Η κοινωνία είναι σκληρή και πρέπει να προσέχεις, οι πειρασμοί είναι πολλοί, κράτα με πείσμα τον ίσιο δρόμο, το ξέρω είναι δύσκολος, εσύ που έχεις μεγαλώσει σε δύσκολες συνθήκες θα τα καταφέρεις, να δεις πως και για σένα θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες…
Κουράγιο κορίτσι μου και να  προσέχεις…
«Σε τέτοιους  δύσκολους καιρούς,
Σας έταξε η μοίρα για να ζήσετε,
Με τέτοιους γκρίζους ουρανούς,
Πώς θα πετάξετε να φτερουγίσετε;»