Ο Α. Χατζηαντώνης, Κερυνειώτης πρόσφυγας που δεν ξεχνά, όπως υπογράφει, θυμάται την κυνηγετική περίοδο κατά τα παιδικά του χρόνια και τον σκύλο του.
Τώρα που πλησιάζει η εποχή του κυνηγίου, θυμάμαι τον μακαριστό πατέρα μου, ιατρό-παθολόγο, Εμμανουήλ Χατζηαντώνη. Είχε μανία με το κυνήγι!
Θα έβγαινε έξω στο πίσω, ξύλινο μπαλκόνι, με όλα τα σύνεργα καθαρισμού για να ετοιμαστεί για την εξόρμηση. Τον θυμάμαι με κάτι μικρά, μεταλλικά κουτάκια ειδικού λαδιού, μια ξύλινη ράβδο στην άκρη της οποίας έβαζε μικρά κομματάκια υφάσματος, για καθαρισμό του εσωτερικού της κάννης. Διέθετε τρία κυνηγετικά: Το μεγάλο, ένα μεσαίο και το φλομπέρ δηλ. το μικρότερο, το είχε αγοράσει όπως μου είπε, από ένα μοναχό της Μονής Κύκκου τη δεκαετία του 1950, τον πατέρα-Παΐσιο. Αυτό το φλομπέρ, ενίοτε μου το έδινε και μένα, να χτυπήσω καμιά τσίκλα, που εμφανίζονταν στη δεξαμενή που βρισκόταν στο πίσω μέρος του πορτοκαλεώνα μας. Και να φανταστείτε, το σπίτι μας ήταν στο κέντρο της Κερύνειας…
Τα καθάριζε λοιπόν με σχολαστικότητα και πολλή αγάπη, λες και ήταν παιδιά του, κάθε που πλησίαζε ο Δεκέμβρης. Συνήθιζε να πηγαίνει για κυνήγι, σε περιοχές ανατολικά της πόλης μας, περί τον Άγιο Επίκτητο. Αρκολιά, Κοτσιηνόκρεμμος, Κλεπίνη και αλλού. Όταν με έπαιρνε μαζί του, με συμβούλευε να βαδίζω πλάγια πίσω του, προς τα δεξιά σε απόσταση 6-8 μέτρων. Φορούσε εκείνες τις χοντρές ποδίνες του, με καρφιά στις σόλες και μου έλεγε να βαδίζω ακριβώς πίσω του, σε μονοπάτια, για τον φόβο των φιδιών. Ευτυχώς, δεν έτυχε να συναντήσουμε κανένα στις εξορμήσεις μας… Βλέπετε, οι πιο επικίνδυνες οχιές κυκλοφορούν ανάμεσά μας! «Την κουφήν, Ττώνη μου, αν δεν την πειράξεις, εν σε πειράζει!». Δεν θα ξεχάσω τα σοφά λόγια σου, αγαπημένε μου πατέρα! Ούτε και πρόκειται να σε λησμονήσω ποτέ! «Μόνον αν την πατήσεις κατά λάθος, εν να γυρίσει να σε δακκάσει!».
Είχαμε και ένα σκύλο, τον Ραφ, λευκό με καφέ βούλες, που τον έπαιρνε μαζί του για να ανιχνεύει και να βρίσκει το θήραμα. Από διηγήσεις του μακαριστού πατερούλη μου, θυμάμαι που μας περιέγραφε μια περίπτωση όταν είχε κτυπήσει μια πέρδικα, η οποία έπεσε στη θάλασσα, όχι πολύ μέσα και ο σκύλος πήγε κολυμπώντας και του την έφερε…
Αυτό τον σκύλο, νομίζω πρέπει να ήταν προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, τον σκότωσε ένας ασυνείδητος ηλίθιος υπάλληλος του Υγειονομείου μέσα στην πόλη της Τζερύνειας. Γιατί; Διότι μια μέρα, μας έφυγε και κατέβηκε στην πόλη, χωρίς το ειδικό κολάρο που έδειχνε ότι δεν ήταν αδέσποτος… Τον πυροβόλησε ο άθλιος με μια ένεση, με αναισθητικό πολύ περισσότερο από το κανονικό! Δεν είμαι βέβαιος, αν το έκανε σκόπιμα.
Ο Ραφ μας με δυσκολία ήρθε σπίτι. Άφησε την τελευταία του πνοή, στο χαλάκι, μπροστά στο κρεβάτι του αφεντικού του… Όλοι τον κλάψαμε για μέρες. Τον πατέρα μου, δεν τον είδα να κλαίει.Τουλάχιστον μπροστά μας. Δεν ξαναμίλησε όμως ποτέ στον δολοφόνο του πιστού του φίλου, του σκύλου μας του Ραφ!