Στον τριτογενή τοµέα θα εργάζονται 8 στους 10 απασχολούµενους σύµφωνα µε την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναµικού

Αυξητική τάση στη συνολική απασχόληση για την περίοδο 2022-2032, προβλέπει µελέτη της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναµικού Κύπρου (ΑνΑΔ), δηµοσιεύοντας τη µελέτη «Προβλέψεις ζήτησης και προσφοράς εργατικού δυναµικού στην κυπριακή οικονοµία 2022-2032», η οποία για πρώτη φορά περιλαµβάνει και προβλέψεις για την προσφορά εργατικού δυναµικού.

Bασικός σκοπός της µελέτης είναι η παροχή προβλέψεων τόσο για τη ζήτηση όσο και για την προσφορά εργατικού δυναµικού στην κυπριακή οικονοµία κατά την περίοδο 2022-2032. Ανάµεσα στους τοµείς που θα έχουν τη µεγαλύτερες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναµικό, αναφέρονται το λιανικό εµπόριο, η εκπαίδευση και η υγεία, οι κατασκευές, η δηµόσια διοίκηση και άµυνα, η εστίαση, το χονδρικό εµπόριο και η πληροφορική.

Πιο συγκεκριµένα, η µελέτη προβλέπει ότι η συνολική απασχόληση την περίοδο 2022-2032 θα εµφανίσει αυξητική τάση παρόλες τις επιπτώσεις από την πολεµική σύγκρουση µεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας καθώς και την πανδηµία της νόσου COVID-19. Σηµειώνεται ότι η ετήσια συνολική ζήτηση της κυπριακής οικονοµίας σε εργατικό δυναµικό, την περίοδο 2022-2032, θα ανέλθει στις 11.666 άτοµα ή 2,5%. Οι νέες θέσεις εργασίας, προβλέπεται ότι θα ανέρχονται στις 5.258 άτοµα ή 1,1% τον χρόνο και θα είναι χαµηλότερες από τις ανάγκες απασχόλησης λόγω µόνιµων αποχωρήσεων από την αγορά εργασίας, οι οποίες θα ανέρχονται στις 6.408 άτοµα ή 1,4% τον χρόνο.

Ο τοµέας των υπηρεσιών θα είναι αυτός που θα παρουσιάσει τη µεγαλύτερη ανάπτυξη, σύµφωνα µε τη µελέτη, έτσι 8 στους 10 απασχολούµενους θα εργάζονται στον τριτογενή τοµέα, διατηρώντας την πολύ µεγάλη εξάρτηση της κυπριακής οικονοµίας από τις υπηρεσίες.

Οι ανάγκες στον τοµέα του λιανικού εµπορίου θα προκύψουν λόγω της προβλεπόµενης ανάπτυξης της κυπριακής οικονοµίας, σηµειώνει η ΑΝΑΔ. Αυξηµένες θα είναι οι ανάγκες στον τοµέα της Εκπαίδευσης, αφού αναµένεται αύξηση των επενδύσεων στον συγκεκριµένο τοµέα, ιδιαίτερα στην τριτοβάθµια εκπαίδευση, ενώ εξίσου σηµαντικές αναµένονται και οι συνολικές ανάγκες στην Υγεία και κοινωνική µέριµνα, λόγω της συνεχιζόµενης γήρανσης του πληθυσµού.

Αξιόλογες συνολικές ανάγκες απασχόλησης θα σηµειωθούν στις Κατασκευές καθώς και στη Δηµόσια διοίκηση και άµυνα, κυρίως λόγω των αποχωρήσεων (86%). Οι τοµείς των Εστιατορίων και των Ξενοδοχείων θα παρουσιάσουν, επίσης, σηµαντική ζήτηση σε εργατικό δυναµικό, λόγω της πολιτικής του κράτους για επιµήκυνση της τουριστικής περιόδου. Μεγάλες θα είναι και οι συνολικές ανάγκες απασχόλησης στο Χονδρικό εµπόριο καθώς και στις Νοµικές και λογιστικές δραστηριότητες. Οι ανάγκες στην Πληροφορική θα προέρχεται από τη δηµιουργία νέων θέσεων εργασίας λόγω του ψηφιακού µετασχηµατισµού της κυπριακής οικονοµίας.

Επισηµαίνεται ότι ο ρυθµός αύξησης των απασχολουµένων στα επαγγέλµατα ανώτερου επιπέδου (απόφοιτοι ανώτερης εκπαίδευσης) θα είναι υψηλότερος από τους ρυθµούς αύξησης στα επαγγέλµατα µέσου επιπέδου (απόφοιτοι δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης) και στα επαγγέλµατα κατώτερου επιπέδου που δεν απαιτούν οποιαδήποτε εξειδίκευση.

Σύµφωνα µε τα παραπάνω, αναφέρεται ότι θα υπάρξουν ανάγκες για καταστηµατάρχες και πωλητές, οικιακούς βοηθούς, καθαριστές, πλύντες και σιδερωτές, υπάλληλους παροχής υπηρεσιών καθώς και βοηθούς λογιστών και συµβούλων επιχειρήσεων και διοίκησης. Μεγάλες ανάγκες θα υπάρξουν και για εκπαιδευτικούς, καθώς και για ιατρούς, νοσηλευτές και άλλους ειδικούς σε θέµατα υγείας.

Επισηµαίνεται ότι στους Ειδικούς τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και στους Τεχνικούς τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας θα σηµειωθούν οι µεγαλύτεροι ρυθµοί των συνολικών αναγκών απασχόλησης κατά την περίοδο 2022-2032. Ανάγκες θα υπάρξουν σε τεχνίτες οικοδοµών.
Προβλέπεται, ακόµα, συνέχιση της ανοδικής πορείας του ποσοστού συµµετοχής πληθυσµού 15-64 χρονών στην αγορά εργασίας, όπου από 76,5% το 2022, θα ανέλθει στο 80,6% το 2032. Σηµειώνεται ότι η αύξηση του οικονοµικά ενεργού πληθυσµού 15-64 χρονών θα προέλθει σε πολύ µεγαλύτερο βαθµό από τον οικονοµικά ενεργό γυναικείο πληθυσµό, λόγω της µεγαλύτερης αύξηση του γυναικείου πληθυσµού συγκριτικά µε την αντίστοιχη αύξηση του ανδρικού πληθυσµού (σύµφωνα µε προβλέψεις Eurostat για τον πληθυσµό «Europop2019»).

Τέλος, αναφέρεται ότι το 2032, περίπου έξι στους δέκα να κατέχουν τριτοβάθµια εκπαίδευση, ένας στους τρεις να έχει µέχρι µεταλυκειακή µη τριτοβάθµια εκπαίδευση και σχεδόν ένας στους δέκα να έχει µέχρι κατώτερη δευτεροβάθµια εκπαίδευση.

Τρίτη στην ΕΕ η Κύπρος σε πτυχιούχους 25-34 ετών

Στο 67% ποσοστό των γυναικών έναντι 51% των ανδρών στην Κύπρο

Το τρίτο µεγαλύτερο µερίδιο σε άτοµα 25 – 34 ετών, που είχαν συµπληρώσει την ανώτερη ή τριτοβάθµια εκπαίδευση µεταξύ των κρατών µελών ήταν η Κύπρος το 2022, µε ποσοστό 59%, αρκετά πάνω από τον µέσο όρο στην ΕΕ (42%) σύµφωνα µε στοιχεία που έδωσε στη δηµοσιότητα η Eurostat, η στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Study Aboard School Education Global world, Graduation Student holding Earth globe model map cap with hands writing pen.global business study abroad education innovation to educational Concept

Το 2022, το 42% του πληθυσµού της ΕΕ ηλικίας 25-34 ετών είχε ολοκληρώσει τριτοβάθµια εκπαίδευση, σηµειώνοντας αύξηση κατά 1 ποσοστιαία µονάδα (πµ) σε σύγκριση µε το 2021 (41%). Αύξηση κατά 1 ποσοστιαία µονάδα καταγράφηκε την ίδια περίοδο και για την Κύπρο, από 58% σε 59%.
Ωστόσο, σηµειώνεται σε σχετικό άρθρο της Eurostat, το ποσοστό αυτό παραµένει 3 πµ χαµηλότερο για τον στόχο της ΕΕ για επίτευξη ποσοστού 45% µέχρι το 2030 για τη συγκεκριµένη ηλικιακή οµάδα.

Τόσο στην Κύπρο όσο και στον µέσο όρο της ΕΕ, οι γυναίκες κατέγραψαν υψηλότερο ποσοστό τριτοβάθµιας εκπαίδευσης από τους άντρες µεταξύ µεταξύ των ατόµων ηλικίας 25-34 ετών (67% των γυναικών και 51% των ανδρών στην Κύπρο, και 48% των γυναικών και 37% των ανδρών στην ΕΕ).
Σχεδόν οι µισές χώρες της ΕΕ έχουν ήδη επιτύχει τον στόχο της ΕΕ για το για τις ηλικίες 25 µε 34 ετών. Πρόκειται για την Ιρλανδία (62%), το Λουξεµβούργο (61%), την Κύπρο (59%), τη Λιθουανία (58%), τις Κάτω Χώρες (56%), τη Σουηδία (52%), την Ισπανία και το Βέλγιο (51% στην κάθε µία), τη Γαλλία (50%), τη Δανία (49%), τη Σλοβενία (47%), τη Λετονία (46%) και την Ελλάδα (45%). Τα χαµηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Ρουµανία (25%), την Ιταλία (29%) και την Ουγγαρία (32%).