Οδηγήθηκε στη φυλακή 76χρονος, ο οποίος αξιοποίησε κέρδη ύψους 2.771.688 ευρώ από τη βρετανική λοταρία για τη δημιουργία εργαστηρίου παραγωγής και διακίνησης χαπιών.
Ο Τζον Έρικ Σπάιμπι είχε κερδίσει το 2010, σε ηλικία 65 ετών το ποσό και αντί να αποσυρθεί δημιούργησε ένα εργαστήριο για την παραγωγή πλαστών συνταγογραφούμενων χαπιών σε στάβλους απέναντι από το εξοχικό του στο Γουίγκαν, στο Μάντσεστερ, σύμφωνα με την Sun. Ο συνταξιούχος αγόρασε μηχανήματα χιλιάδων ευρώ και πουλούσε τα χάπια προς 75 λεπτά το ένα.
Τα χάπια, τα οποία ήταν «μη ρυθμιζόμενα, χωρίς άδεια και χωρίς έλεγχο», πωλούνταν στη συνέχεια στο δρόμο σε άτομα που «δεν μπορούσαν να τα βρουν νόμιμα». Οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι όσοι αγόραζαν τα χάπια έπαιζαν «ρωσική ρουλέτα» με τη ζωή τους.
Ο Σπάιμπι διηύθυνε το δίκτυο μεταξύ 2020 και 2022 με τη βοήθεια του γιου του, του 37χρονου Τζον Κόλιν Σπάιμπι, του 45χρονου Λι Ντράρι και του 35χρονου Κάλουμ Ντόριαν.
Η συμμορία κέρδισε 332.602.560 ευρώ μετά την επέκτασή της από την αποθήκη του εξοχικού σπιτιού σε ένα δεύτερο εργαστήριο σε μια βιομηχανική μονάδα στο Σάλφορντ.
Κατά τη διάρκεια της εγκληματικής δράσης τους, ο Σπάιμπι καυχιόταν ότι «ο Έλον και ο Τζεφ πρέπει να προσέχουν τα νώτα τους», μια προφανής αναφορά στους δισεκατομμυριούχους της τεχνολογίας Έλον Μασκ και Τζεφ Μπέζος.
Πλέον είναι στη φυλακή μετά την καταδίκη του σε 16 χρόνια και έξι μήνες για συνωμοσία με σκοπό την παραγωγή και προμήθεια ναρκωτικών, δύο κατηγορίες για κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή πυρομαχικών και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης.
Ο γιος του φυλακίστηκε για εννέα χρόνια για συνωμοσία με σκοπό την παραγωγή και προμήθεια ναρκωτικών, ενώ ο Ντράρι φυλακίστηκε για εννέα χρόνια και εννέα μήνες για το ίδιο αδίκημα.

Ο Ντόριαν είχε καταδικαστεί προηγουμένως σε 12 χρόνια φυλάκισης για συνωμοσία με σκοπό την προμήθεια πυροβόλων όπλων και συνωμοσία με σκοπό την παραγωγή και προμήθεια ναρκωτικών.
Ο δικαστής είπε στον 86χρονο: «Παρά τη νίκη σας στη λαχειοφόρο αγορά, συνεχίσατε να ζείτε μια ζωή εγκλήματος πέρα από αυτό που θα ήταν κανονικά τα χρόνια της συνταξιοδότησής σας».
Η συμμορία παρήγαγε και πλημμύρισε τους δρόμους με πλαστά δισκία διαζεπάμης (ηρεμιστικά) που προκάλεσαν «ανυπολόγιστη βλάβη» στους τοξικομανείς.
Το δικαστήριο έλαβε επίσης γνώση ότι υπήρξε αύξηση των θανάτων από ναρκωτικά, ιδίως στην περιοχή Bury New Road, που συνδέεται με την αυξημένη διαθεσιμότητα ναρκωτικών όπως αυτά.
Το εργαστήρια και η εταιρεία-βιτρίνα
Ο Σπάιμπι ξόδεψε αρχικά 17.323 ευρώ για τη λειτουργία των μηχανημάτων στην αρχική βάση του δικτύου. Στη συνέχεια, ξόδεψε άλλα 242.522 ευρώ για να λειτουργήσει και το δεύτερο εργαστήριο, καθώς και 230.974 ευρώ για μηχανήματα και συστατικά. Η συμμορία είχε ιδρύσει και εταιρεία-βιτρίνα, την οποία διηύθυνε ο Ντάρι.
Η αστυνομία άρχισε να παρακολουθεί τους εμπλεκόμενους τον Νοέμβριο του 2021 και ανακαλύφθηκε ένα δίκτυο που μετέφερε ακριβά μηχανήματα στο Σάλφορντ. Στη συνέχεια πραγματοποίησαν εφόδους σε μια ακίνητα και βρήκαν τρία πυροβόλα όπλα, πυρομαχικά, μετρητά και βιομηχανικό εξοπλισμό για την παραγωγή χαπιών.
Η αυτοκρατορία κατέρρευσε στις 2 Απριλίου 2022, όταν μια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών επρόκειτο να παραδοθεί σε ένα ξενοδοχείο του Μάντσεστερ. Ο Ντράρι πήγε να συναντήσει τον οδηγό, αλλά η αποστολή παρεμποδίστηκε από την αστυνομία, η οποία βρήκε μέσα περισσότερα από 2,5 εκατομμύρια χάπια αξίας 77.000 ευρώ.
Η συμμορία είχε ρόλους με τον Ντράρι να χειρίζεται τις μηχανές, τον πατέρα Σπάιμπι να παρέχει τις εγκαταστάσεις και τα μετρητά, τον γιο του να κάνει εργασίες και τον Ντόριαν να συνομιλεί με εγκληματικές οργανώσεις.

«Αυτά τα τέσσερα άτομα δεν έδειξαν απολύτως κανένα σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή ή τη δημόσια ασφάλεια. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να γεμίσουν τις τσέπες τους με σημαντικά οικονομικά κέρδη. Ο όγκος των δισκίων που κατασχέσαμε μαζί με τα εξελιγμένα μηχανήματα απέδειξε πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν αυτή η ομάδα στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών. Παράλληλα με την παραγωγή ναρκωτικών, αυτή η ομάδα είχε επίσης σχέσεις με την προμήθεια μιας σειράς πυροβόλων όπλων, συμπεριλαμβανομένων αυτόματων όπλων και πυρομαχικών», είπε από την πλευρά του ο επιθεωρητής Άλεξ Μπράουν.
«Αυτός ο δυνητικά θανατηφόρος συνδυασμός αποτελούσε σοβαρή απειλή για τις κοινότητες όχι μόνο στο Μάντσεστερ, αλλά σε ολόκληρη τη χώρα και πέρα από αυτήν. Οι ποινές πρέπει να λειτουργήσουν ως σαφής προειδοποίηση, το οργανωμένο έγκλημα δεν θα γίνει ανεκτό. Θα συνεχίσουμε να καταδιώκουμε όσους επιδιώκουν να αποκομίσουν κέρδη από το κακό και θα χρησιμοποιήσουμε κάθε διαθέσιμη εξουσία και μέσο για να διαλύσουμε και να εξουδετερώσουμε τις συμμορίες του οργανωμένου εγκλήματος, κατέληξε.



