Για δεκαετίες, οι ερευνητές προσπαθούν να απαντήσουν στο ίδιο δύσκολο ερώτημα: πότε ο Homo sapiens απέκτησε την πλήρη γλωσσική ικανότητα που θεωρείται σήμα κατατεθέν του είδους μας.

Οι εκτιμήσεις άλλαζαν καθώς εμφανίζονταν νέα ευρήματα, ειδικά εκείνα που συνδέονται με πρώιμη συμβολική συμπεριφορά. Κάποιοι τοποθέτησαν την εμφάνιση της ανθρώπινης ομιλίας γύρω στα 50.000 χρόνια πριν, μαζί με μεγάλες πολιτισμικές μεταβολές. Άλλοι υποστήριζαν ότι οι ρίζες της πρέπει να πηγαίνουν πολύ πιο πίσω, αναφέρει το Daily Galaxy.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η γλώσσα δεν απολιθώνεται. Σε σπήλαια και βραχοσκεπές της Αφρικής, αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει τρυπημένα κοχύλια, χαραγμένη ώχρα και προσεχτικά φτιαγμένα λίθινα εργαλεία – αντικείμενα που υποδηλώνουν σχεδιασμό, κοινά νοήματα και κοινωνικούς κανόνες που έπρεπε να εξηγηθούν και να απομνημονευθούν, υποδηλώνουν συνομιλίες που κάποτε αντηχούσαν σε ανοιχτά τοπία ή μέσα σε μισοσκότεινα καταφύγια. Όμως δεν διατηρούν ούτε τους ήχους, ούτε τη δομή πίσω από τις λέξεις.

Ακόμη και τα απολιθωμένα οστά, όσο αποκαλυπτικά κι αν είναι για την ανατομία, δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν σύνταξη, παραγωγική γραμματική ή την ευέλικτη χρήση λεξιλογίου. Χωρίς γραπτές μαρτυρίες, το χρονοδιάγραμμα παρέμενε ανοιχτό σε διαφωνίες.

Μια νέα μελέτη επιχειρεί να μετακινήσει το πεδίο της συζήτησης, χρησιμοποιώντας μια διαφορετική γραμμή τεκμηρίων: το DNA. Οι ερευνητές, σε εργασία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Frontiers in Psychology με επικεφαλής τον Shigeru Miyagawa του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Μασαχουσέτης (MIT), εξετάζουν τα γενετικά μοτίβα που υποδεικνύουν πότε θα έπρεπε να έχει ήδη εγκατασταθεί το βιολογικό υπόβαθρο που καθιστά δυνατή την ανθρώπινη γλώσσα. Το συμπέρασμά τους τοποθετεί αυτή την ικανότητα τουλάχιστον 135.000 χρόνια πριν.

Πριν και μετά την πληθυσμιακή διάσπαση
Η λογική της μελέτης βασίζεται στην πρώιμη μεγάλη πληθυσμιακή διάσπαση μεταξύ ομάδων σύγχρονων ανθρώπων μέσα στην Αφρική. Οι γενετικές αναλύσεις δείχνουν ότι γύρω στα 135.000 χρόνια πριν, οι πρώιμοι Homo sapiens είχαν ήδη αρχίσει να χωρίζονται σε διακριτούς πληθυσμούς. Όταν οι πληθυσμοί απομονώνονται, το γενετικό τους υλικό αποκλίνει σταδιακά: μεταλλάξεις συσσωρεύονται και δημιουργούν κλαδιά στο ανθρώπινο γενεαλογικό δέντρο, τα οποία αργότερα θα σχετίζονταν και με διαφορετικές διαδρομές εξάπλωσης και πολιτισμικής εξέλιξης.

Στον πυρήνα της συλλογιστικής των ερευνητών βρίσκεται η καθολικότητα: όλες οι γνωστές ανθρώπινες κοινωνίες σήμερα διαθέτουν την ίδια θεμελιώδη ικανότητα για γλώσσα – δομημένα συστήματα που συνδυάζουν γραμματική και νόημα. Δεν υπάρχει καταγεγραμμένος ανθρώπινος πληθυσμός χωρίς το γνωστικό πλαίσιο που απαιτείται για σύνθετη ομιλία. Αν λοιπόν οι βασικοί κλάδοι είχαν ήδη χωρίσει πριν από 135.000 χρόνια και όλοι οι απόγονοι διαθέτουν αυτή την ικανότητα, τότε το βιολογικό υπόβαθρο πρέπει να προϋπήρχε της διάσπασης. Διαφορετικά, θα περιμέναμε τουλάχιστον μία γραμμή να εμφανίζει ριζικά διαφορετικό επικοινωνιακό σύστημα.

Διαχωρισμός της βιολογίας από τον πολιτισμό
Οι συγγραφείς ξεχωρίζουν ρητά τους βιολογικούς/νοητικούς μηχανισμούς από τα πολιτισμικά ίχνη που βλέπουμε στα αρχαιολογικά ευρήματα. Το αντικείμενό τους είναι η γνωστική αρχιτεκτονική που επιτρέπει την ενοποίηση ιεραρχικής γραμματικής με λεξικά στοιχεία και την παραγωγή απεριόριστων εκφράσεων από ένα πεπερασμένο σύνολο στοιχείων. Πολλά είδη επικοινωνούν μέσω σημάτων που συνδέονται με συγκεκριμένες καταστάσεις, ωστόσο κανένα δεν δείχνει την ίδια ευέλικτη ενοποίηση κανόνων και νοήματος που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ομιλία.

Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι πριν από 135.000 χρόνια μιλούσαν όπως σήμερα, ούτε επιχειρεί να ανασυνθέσει ήχους ή αρχαίες συνομιλίες. Υποστηρίζει ότι το αναγκαίο γνωστικό υπόβαθρο υπήρχε ήδη, ενώ η γλωσσική ποικιλία των κοινωνιών αναπτύχθηκε αργότερα πάνω σε αυτή την κοινή βάση.

cnn.gr