Σε ένα από τα πιο ανησυχητικά σενάρια από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, αξιωματούχοι της Σαουδικής Αραβίας εκτιμούν ότι οι τιμές πετρελαίου μπορεί να εκτοξευθούν έως και στα 180 δολάρια το βαρέλι μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Πρόκειται βεβαίως για επίπεδα που θα μπορούσαν να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση.

Η προοπτική αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ακραία υπόθεση εργασίας. Σύμφωνα με πηγές από τον μεγαλύτερο παραγωγό του Κόλπου, που επικαλείται η Wall Street Journal, το «βασικό σενάριο» πλέον προβλέπει ότι, αν οι διαταραχές στην προσφορά συνεχιστούν έως τα τέλη Απριλίου, οι τιμές μπορεί να κινηθούν αρχικά προς τα 150 δολάρια, να φτάσουν τα 165 και στη συνέχεια να αγγίξουν ακόμη και τα 180 δολάρια το βαρέλι.

Η αγορά έχει ήδη μπει σε τροχιά εκτόξευσης. Το Brent άγγιξε τα 119 δολάρια, ενώ οι τιμές έχουν αυξηθεί περίπου κατά 50% από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου. Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου που συνδέονται με το Ομάν — κρίσιμος δείκτης για τις εξαγωγές της Μέσης Ανατολής — ξεπέρασαν τα 166 δολάρια, αντανακλώντας τις άμεσες πιέσεις στην περιοχή.

Πίσω από αυτή την εκρηκτική πορεία βρίσκονται οι αλλεπάλληλες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και, κυρίως, η σχεδόν πλήρης παράλυση των Στενών του Ορμούζ — του περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Τα πλήγματα σε εγκαταστάσεις στο Κατάρ, αλλά και σε κρίσιμα σημεία της Σαουδικής Αραβίας, όπως το Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, επιτείνουν τους φόβους για βαθύτερες ελλείψεις.

Γιατί η άνοδος αυτή δεν είναι ευλογία ούτε για τους πετρελαιοπαραγωγούς

Κι όμως, για το Ριάντ, μια τέτοια άνοδος τιμών δεν είναι κατ’ ανάγκη ευλογία. Αντιθέτως, προκαλεί έντονη ανησυχία. Ιστορικά, η Σαουδική Αραβία αποφεύγει τις απότομες αυξήσεις, καθώς αυτές τείνουν να οδηγούν σε μακροπρόθεσμη αστάθεια. Πολύ υψηλές τιμές ενδέχεται να ωθήσουν καταναλωτές και επιχειρήσεις να περιορίσουν τη χρήση ενέργειας ή να επιταχύνουν τη στροφή σε εναλλακτικές λύσεις — ένα φαινόμενο που οι αναλυτές αποκαλούν «καταστροφή ζήτησης».

Ακόμη πιο άμεσος είναι ο κίνδυνος ύφεσης. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, επίπεδα άνω των 150 δολαρίων λειτουργούν σαν «φόρος» για καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η αύξηση του κόστους καυσίμων περιορίζει την κατανάλωση, συμπιέζει τα περιθώρια των επιχειρήσεων και τελικά επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα.

Ήδη τα πρώτα σημάδια είναι ορατά. Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή βενζίνης πλησιάζει τα 4 δολάρια το γαλόνι, ενώ το ντίζελ έχει ξεπεράσει τα 5 δολάρια, επιβαρύνοντας ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα — από τη μεταφορά τροφίμων έως τη βιομηχανική παραγωγή. Σε Ευρώπη και Ασία, οι αυξήσεις είναι ακόμη πιο έντονες, με τις οικονομίες να πιέζονται τόσο από τον πληθωρισμό όσο και από την υποτίμηση των νομισμάτων τους έναντι του δολαρίου.

Από τα 150 δολ. αλλάζουν όλα

Το κρίσιμο ερώτημα για τους παραγωγούς είναι πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τιμές πριν αρχίσει να «σπάει» η ζήτηση. Όπως σημειώνουν traders, τα 150 δολάρια είναι το σημείο όπου οι καταναλωτές αρχίζουν να αλλάζουν συμπεριφορά — από τη μείωση μετακινήσεων έως την αναβολή επενδύσεων.

Παρά τα δυσοίωνα σενάρια, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Μια αποκλιμάκωση της σύγκρουσης ή η επιστροφή επιπλέον ποσοτήτων στην αγορά — για παράδειγμα από χώρες υπό κυρώσεις — θα μπορούσε να ανακουφίσει την πίεση. Ωστόσο, όσο η κρίση επιμένει και οι ροές ενέργειας παραμένουν περιορισμένες, οι αγορές θα συνεχίσουν να τιμολογούν το χειρότερο.

Το πετρέλαιο στα 180 δολάρια δεν είναι πλέον απλώς ένα ακραίο σενάριο. Είναι μια πιθανότητα που οι ίδιοι οι παραγωγοί εξετάζουν σοβαρά — και που, αν επιβεβαιωθεί, μπορεί να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού για την παγκόσμια οικονομία.

naftemporiki.gr