Εννέα αστυνομικοί του κρατιδίου Ταμίλ Ναντού, στη νότια Ινδία, καταδικάστηκαν σε θάνατο για τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ενός εμπόρου και του γιου του, οι οποίοι είχαν συλληφθεί επειδή δεν είχαν τηρήσει εντολή για καραντίνα που είχαν εκδώσει οι αρχές στη διάρκεια της πανδημίας της COVID-19.

Στη σπάνια αυτή απόφαση που εκδόθηκε χθες, Δευτέρα, δικαστής έκρινε τους εννέα κατηγορούμενους ενόχους για βασανιστήρια και φόνο και τους επέβαλε τη μέγιστη ποινή.

Ο 58χρονος Π. Τζαγιαράι και ο 31χρονος γιος του Τζ. Μπένικς συνελήφθησαν στις 19 Ιουνίου του 2020 από την αστυνομία επειδή δεν έκλεισαν το κατάστημά τους τηλεφωνίας στην πόλη Σαντανκουλάμ ώστε να τηρήσουν εντολή για λοκντάουν που είχαν εκδώσει οι ινδικές αρχές.

Αφού οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα, οι δύο συλληφθέντες ξυλοκοπήθηκαν άσχημα και υπέστησαν βασανιστήρια από αρκετούς αστυνομικούς. Ο πατέρας υπέκυψε στα τραύματά του δύο ημέρες αργότερα, και ο γιος του την επομένη, υπενθύμισε η ομοσπονδιακή εγκληματολογική υπηρεσία της αστυνομίας (CBI) σε ανακοίνωσή της.

«Η CBI υπενθύμισε κατά την ακρόαση ότι τα εγκλήματα αυτά συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συγκλόνισε τη συνείδηση όλης της κοινωνίας», υπογράμμισε η CBI, εκφράζοντας την ικανοποίησή της για τις ποινές που ανακοινώθηκαν.

Η θανατική ποινή σπάνια εκτελείται στην Ινδία.

Οι πιο πρόσφατες εκτελέσεις είχαν γίνει τον Μάρτιο του 2020. Η θανατική ποινή είχε εφαρμοστεί τότε σε 4 άνδρες που είχαν κριθεί ένοχοι για τον βιασμό και τον φόνο μιας νεαρής γυναίκας, οκτώ χρόνια νωρίτερα, σε λεωφορείο της πρωτεύουσας της χώρας, του Νέου Δελχί, σε ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει την Ινδία.

protothema.gr