Από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον πέθανε σε ηλικία 100 ετών ο Άλαν Γκρίνσπαν, που διορίστηκε στην προεδρία της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed )το 1987 από τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν και κράτησε τη θέση αυτή έως το 2006 υπό τέσσερις αμερικανούς προέδρους.
«Γίγαντας που βοήθησε στη διαμόρφωση της αμερικανικής οικονομίας για δεκαετίες υπό τέσσερις προέδρους και των δύο κομμάτων, αλλά ήταν πάντα ειλικρινής στην αναγνώριση των λαθών του» έγραψε για τον Γκρίνσπαν η συζυγός του Αντρέα Μίτσελ, επικεφαλής ανταποκρίτρια του δικτύου NBC News.
Η θητεία του Γρκίνσπαν ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη –τέσσερις μήνες μικρότερη από αυτή του Γουίλιαμ ΜακΤσέσνι Μάρτιν, που προήδρευσε της κεντρικής τράπεζας από το 1951 έως το 1970.
Κατά τη διάρκεια της οικονομικής άνθησης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, ο Γκρίνσπαν επαινέθηκε ευρέως για την οικονομική επιτυχία του έθνους.
Δύο μήνες μετά την έναρξη της θητείας του Γκρίνσπαν, η χρηματιστηριακή αγορά υπέστη τη μεγαλύτερη ημερήσια ποσοστιαία πτώση της, όταν ο Dow Jones σημείωσε βουτιά 22% στις 19 Οκτωβρίου 1987, μια ημέρα που έγινε γνωστή ως «Μαύρη Δευτέρα». Την επόμενη μέρα, ο Γκρίνσπαν ανακοίνωσε ότι η Fed ήταν έτοιμη «να χρησιμεύσει ως πηγή ρευστότητας για τη στήριξη των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών συστημάτων», διαβεβαίωσή που βοήθησε την αγορά να αρχίσει να ανακάμπτει σχετικά γρήγορα.
Μετά την ύφεση το 2001, στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Γκρίνσπαν μείωσε το βασικό επιτόκιο σε επίπεδα πρωτοφανή, φτάνοντας τελικά στο 1%.
Η Fed δεν είχε εκδώσει ποτέ δηλώσεις πολιτικής στο τέλος των συνεδριάσεών της για τον καθορισμό των επιτοκίων μέχρι που ο Γκρίνσπαν καθιέρωσε την πρακτική το 1999.
Ένα από τα πιο διάσημα σχόλιά του έγινε το 1996, όταν προειδοποίησε ότι οι επενδυτές ανέβαζαν την τιμή των μετοχών λόγω «παράλογης ευφορίας». Το σχόλιο αναστάτωσε για λίγο τις παγκόσμιες αγορές, αν και η άνοδος των τεχνολογικών μετοχών συνεχίστηκε για άλλα τέσσερα χρόνια.