Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την Τετάρτη αλλαγές στην πολιτική της ΕΕ για την επιστροφή υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράτυπα σε ευρωπαϊκό έδαφος, με στόχο την απλούστευση και επιτάχυνση των διαδικασιών.
Η άτυπη συμφωνία που επιτεύχθηκε την 1η Ιουνίου μεταξύ των διαπραγματευτών του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εγκρίθηκε από την ολομέλεια με 418 ψήφους υπέρ, 218 κατά και 30 αποχές.
Οι νέοι κανόνες, σύμφωνα με το κείμενο, αποσκοπούν στην επιτάχυνση των επιστροφών, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένης της αρχής της μη επαναπροώθησης και της απαγόρευσης των μαζικών απελάσεων. Παράλληλα, επιδιώκουν να αποτρέψουν καταχρήσεις και μη εξουσιοδοτημένες μετακινήσεις εντός της ΕΕ.
Βάσει της νομοθεσίας, απόφαση επιστροφής που εκδίδεται από αρμόδιες εθνικές αρχές σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που διαμένει παράτυπα σε κράτος μέλος συνεπάγεται την υποχρέωση του προσώπου αυτού να αποχωρήσει από τη συγκεκριμένη χώρα της ΕΕ άμεσα ή εντός της προθεσμίας που θα ορίζεται.
Υποχρέωση συνεργασίας και κράτηση
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών για τους οποίους έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής θα υποχρεούνται να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές. Για την προετοιμασία της επιστροφής τους, θα μπορούν να τίθενται υπό κράτηση, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, μεταξύ άλλων εάν δεν συνεργάζονται, εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για την ασφάλεια.
Η κράτηση θα πρέπει να διατάσσεται από διοικητική ή δικαστική αρχή και θα μπορεί να διαρκεί έως 24 μήνες. Προβλέπεται επίσης δυνατότητα συνολικής παράτασης έως έξι μήνες, εφόσον μεταβληθούν οι περιστάσεις, προκύψουν νέα στοιχεία ή βελτιωθεί η συνεργασία με τρίτη χώρα.
Εάν υπήκοος τρίτης χώρας μετακινηθεί σε άλλο κράτος μέλος, θα μπορεί να εφαρμόζεται περίοδος κράτησης. Τα κράτη μέλη θα έχουν επίσης τη δυνατότητα να απαιτούν τακτική αναφορά στις αρχές ή διαμονή σε καθορισμένο χώρο, ενώ θα μπορούν να επιβάλλονται εναλλακτικά μέτρα κράτησης, όπως χρηματική εγγύηση ή ηλεκτρονική επιτήρηση.
Δυνατότητα ειδικών μέτρων έρευνας
Οι εθνικές αρχές θα μπορούν να λαμβάνουν ειδικά μέτρα έρευνας για την προετοιμασία ή τη διασφάλιση αποτελεσματικής επιστροφής. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν έρευνες σε υπηκόους τρίτων χωρών, σε κατοικίες ή σε άλλους σχετικούς χώρους, κατόπιν δικαστικής ή διοικητικής άδειας.
Θα επιτρέπεται επίσης η έρευνα και κατάσχεση προσωπικών αντικειμένων και ηλεκτρονικών συσκευών. Όλα τα μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται με σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα και να υπόκεινται στις εγγυήσεις και τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο.
Κέντρα επιστροφής σε τρίτες χώρες
Οι νέοι κανόνες προβλέπουν επίσης τη δυνατότητα μεταφοράς μεταναστών, για τους οποίους έχει εκδοθεί σχετική απόφαση επιστροφής, σε «κέντρα επιστροφής» που βρίσκονται στο έδαφος χώρας εκτός ΕΕ, εφόσον η χώρα αυτή συμφωνεί να τους υποδεχθεί. Από τη ρύθμιση εξαιρούνται οι ασυνόδευτοι ανήλικοι.
Οι σχετικές συμφωνίες θα μπορούν να συνάπτονται μόνο με τρίτες χώρες που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, το διεθνές δίκαιο και την αρχή της μη επαναπροώθησης. Οι εθνικές αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη πριν από την έναρξη ισχύος των συμφωνιών αυτών.
«Αποφασιστικό βήμα» για την Ευρώπη
Ο εισηγητής Malik Azmani, από την πολιτική ομάδα Renew και την Ολλανδία, δήλωσε ότι η Ευρώπη έκανε «ένα αποφασιστικό βήμα», σημειώνοντας ότι οι πολίτες αναμένουν, όπως είπε, την επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής.
«Γι’ αυτό έχω μια σαφή προτεραιότητα: αποτελεσματικά και ρεαλιστικά μέτρα επιστροφής. Έπειτα από σχεδόν 20 χρόνια αδράνειας, η Ευρώπη διαθέτει πλέον τα αναγκαία μέτρα για να τα εφαρμόσει. Οι επιστροφές αποτελούν το τελευταίο κομμάτι του παζλ του ευρωπαϊκού συστήματος μετανάστευσης και είμαι εξαιρετικά υπερήφανος που πλέον το σύστημα αυτό είναι ολοκληρωμένο», ανέφερε.
Μετά την έγκρισή του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το κείμενο θα πρέπει να εγκριθεί επισήμως από το Συμβούλιο και να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, ώστε να τεθεί σε ισχύ.
Ορισμένες διατάξεις, μεταξύ των οποίων εκείνες που αφορούν τα κέντρα επιστροφής, την εκτίμηση της ηλικίας των ανηλίκων και την εξωτερική διάσταση των επιστροφών, θα εφαρμοστούν άμεσα. Άλλες διατάξεις, οι οποίες απαιτούν προπαρασκευαστικές ενέργειες, θα τεθούν σε εφαρμογή 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας.