Βρέθηκα τις προάλλες σε κτήριο που στεγάζει υπηρεσία του Δημοσίου. Για σκοπούς ρεπορτάζ. Πρόκειται για υπηρεσία που καλείται να εξυπηρετεί τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας.

Το ίδιο κτήριο στεγάζει στους πάνω ορόφους του τη διοίκηση της συγκεκριμένης υπηρεσίας, ενώ στο ισόγειο, πλησίον άλλων μαγαζιών, υπάρχει ένα κέντρο εξυπηρέτησης, στο οποίο οι συμπολίτες μας καταφθάνουν μετά από διευθέτηση ραντεβού.

Είχα πάει παραδόξως νωρίτερα στο ραντεβού, ο λειτουργός που θα μου μιλούσε μού ζήτησε λίγη πίστωση χρόνου για να με δει και είχα μείνει και από… αναπτήρα. Πλησίασα τους φύλακες έξω από το κέντρο εξυπηρέτησης των πολιτών, καθώς είδα έναν ηλικιωμένο κύριο με στολή φύλακα ιδιωτικής ασφάλειας να καπνίζει.

Ζήτησα αναπτήρα και εξήγησα ότι έχω ραντεβού στην άλλη πλευρά του κτηρίου με έναν λειτουργό της διοίκησης. Έξω από τη μικρή είσοδο του κέντρου εξυπηρέτησης υπήρχαν μόλις δύο πλαστικές καρέκλες, εικάζω για ξεκούραση των φυλάκων της ιδιωτικής εταιρείας. Προφανώς, επειδή το κέντρο εξυπηρετεί πολίτες μόνο με ραντεβού, δεν χρειάζονται άλλες καρέκλες.

Ήμουν σίγουρος πως θα άναβα κι άλλο τσιγάρο και έμεινα εκεί, πιάνοντας κουβέντα με τον φύλακα που είχε τον αναπτήρα. Συνταξιούχος που δούλεψε χρόνια πολλά, κοντά τρεις δεκαετίες στο εξωτερικό, σε εταιρείες κυπριακές, μεγαθήρια κάποτε, που έχτισαν αρκετή από τη Μέση Ανατολή. Αν κατάλαβα καλά, είχε μόλις πέντε-έξι μέρες στο συγκεκριμένο πόστο. Ούτε κατάλαβα αν θέλει να δουλεύει -παρότι συνταξιούχος- επειδή έχει ανάγκη ή για άλλους λόγους.

Στα πέντε – δέκα λεπτά που μιλήσαμε, μου είπε πάντως και για ένα ατύχημα που είχε δουλεύοντας -σοβαρό, που του άφησε εμφανή σημάδια-, αλλά και για την αδικία που ένιωσε συνειδητοποιώντας ότι για χρόνια ένας εκ των εργοδοτών του στο εξωτερικό, Κύπριος, δεν του έβαζε τις κοινωνικές ασφαλίσεις που έπρεπε.

Έλεγε κάτι για μονάδες που, αν και ασχολούμαι χρόνια με το εργατικό ρεπορτάζ, ακόμα να χωνέψω και να καταλάβω πώς ακριβώς δουλεύει το σύστημα με τις μονάδες και τις πιστώσεις για να υπολογίσεις την σύνταξή σου.

Το είπε με παράπονο, αλλά όπως είπε, υπάρχουν και χειρότερα, καθώς άλλοι συνάδελφοί του, σε άλλη χώρα της Μέσης Ανατολής, βρέθηκαν περισσότερο εκτεθειμένοι και σχεδόν χωρίς καθόλου μονάδες. Γινόταν η αποκοπή, αλλά ήταν προαιρετική η καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων, φαίνεται να τους είπαν, όταν τον ρώτησα εάν κινήθηκαν δικαστικώς.

Ανάβοντας και δεύτερο τσιγάρο μού είπε εν συντομία και για το νέο του πόστο. Από τα μεγάλα έργα υποδομής που δούλεψε κυρίως στο εξωτερικό, στη «φύλαξη» του κέντρου εξυπηρέτησης. Προχθές, έλεγε, ήταν εδώ (εκεί) ένας Τουρκοκύπριος, ζητώντας βοήθημα και στήριξη, ενώ μάλλον ήξερε πως δεν δικαιούται, καθότι ζει στα κατεχόμενα. Είχε κάποια προβλήματα στα πόδια του και επέμενε να δει λειτουργό.

Ο συγκεκριμένος δεν έφευγε, παρότι του εξηγήσαμε, μου είπε, πως μόνο με ραντεβού μπορεί να δει κάποιον λειτουργό και απειλούσε να πάρει τον… Παρούτη. Είπε επίσης πως την προηγούμενη ήρθε μια αρκετή ηλικιωμένη γυναίκα για επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου. Με ραντεβού, αλλά όπως έμαθε και ο ίδιος αργότερα, με 200 χιλ. καταθέσεις στην τράπεζα.

Την κουβέντα μας διέκοψε μια μεσήλικη γυναίκα, που ήρθε να φέρει κάποια συμπληρωμένα χαρτιά που της ζητήθηκαν την προηγούμενη μέρα, όταν είχε ραντεβού. Ζήτησε να καθίσει σε μια από τις δύο καρέκλες που ήταν αμφότερες ελεύθερες, επειδή περπάτησε πολλή ώρα μέσα στη ζέστη για να φτάσει.

Μόλις κάθισε ζήτησε από τον φύλακα με τον αναπτήρα να επιβεβαιώσει ότι η κυρία στο κτήριο, αριστερά μόλις μπεις στο κέντρο, της είπε να έρθει -χωρίς ραντεβού- να φέρει τα απαιτούμενα έγγραφα, που χρειάζονταν προφανώς για να προχωρήσει το αίτημα της. Μόλις ο φύλακας πήγε να διευκρινίσει τα λεγόμενα της κυρίας έφυγα, ψάχνοντας περίπτερο για αναπτήρα, ακούγοντας από μια ανοικτή τηλεόραση την ανάγκη στόχευσης των μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν… Και διερωτώμενος πότε θα στοχεύσουμε επιτέλους και λίγο περισσότερο στον άνθρωπο.