Είναι θεμιτό να εκφράζουν απόψεις οι υπουργοί, ακόμα και όταν ένα θέμα δεν είναι της αποκλειστικής τους αρμοδιότητας και όταν η Κυβέρνηση δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει προθέσεις ή προσανατολισμούς.

Σε αυτό το πλαίσιο, βρήκαμε ενδιαφέρουσα τη δήλωση του υπουργού Οικονομικών στη Stockwatch για την ΑΤΑ. «Oμολογώ ότι το θέμα της ΑΤΑ σε κάποια φάση θα ανακινηθεί και θα συζητηθεί», είπε. Σωστό. Αυτό άλλωστε συμφώνησαν υπουργός Εργασίας και κοινωνικοί εταίροι, όταν κατέληξαν πρόσφατα στο προσωρινό 66,7% επί της αύξησης του πληθωρισμού, ως ποσοστό αναπλήρωσης του διαβρωμένου εισοδήματος.

Πρόσθεσε, όμως, ότι «θα πρέπει κατά την άποψη μου (σ.σ. η συζήτηση για κάποια αλλαγή) να είναι στο πλαίσιο της στάθμισης της παραγωγικότητας, του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας,  της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και ίσως να πρέπει να γίνουν κάποιες διαφοροποιήσεις στα διάφορα επίπεδα αμοιβής απασχολουμένων».

Κάπου εδώ αρχίζει ο προβληματισμός, καθώς δεν ξέρουμε αν διατηρούν την ίδια θέση και ο υπουργός Εργασίας ή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά κυρίως επειδή ξέρουμε ότι το πλαίσιο στο οποίο εντάσσει ο κ. Κεραυνός τη συζήτηση για αναπροσαρμογή της ΑΤΑ είναι το πλαίσιο που ευνοεί η εργοδοτική πλευρά και απορρίπτει η συνδικαλιστική.

Όταν ο δημοσιογράφος ρώτησε τον υπουργό Οικονομικών αν «θα μπορούσε για παράδειγμα να καταργηθεί η οριζόντια καταβολής της ΑΤΑ;», αυτός απάντησε πως «το θέμα συζητείται και στην ΕΕ της οποίας είμαστε μέλος. Οι υποδείξεις των αρμόδιων θεσμών και οργάνων της ΕΕ είναι να αποφεύγονται οριζόντια μέτρα».

Μόνο που όταν η ΕΕ μιλά για την ανάγκη να αποφεύγονται οριζόντια μέτρα (τα οποία δεν αποφεύγει πάντα ούτε η σημερινή Κυβέρνηση), δεν εννοεί την ΑΤΑ, εννοεί τα -επιδοματικά ή φορολογικά κυρίως- μέτρα που λαμβάνονται από τις κυβερνήσεις για να στηριχθούν οικονομικά οι κοινωνίες, σε περιπτώσεις πχ πληθωριστικών τάσεων, κρίσεων, πανδημιών, καταστροφών, κλπ.

Και η ΑΤΑ δεν είναι τέτοιο μέτρο, είτε συμφωνεί κανείς με την απόδοσή της, είτε όχι. Πρώτα απ’ όλα, η ΑΤΑ δεν είναι αύξηση μισθού λόγω καλής απόδοσης του εργαζόμενου ή αυξημένων -παραδεκτών- κερδών του εργοδότη. Και δεν είναι επίδομα. Είναι αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης του μισθού από τον εργοδότη και όχι από το κρατικό ταμείο, όταν ο μισθός εξόφθαλμα υπονομεύεται από ένα κύμα ακρίβειας, που μειώνει τη δυνατότητα του μισθωτού να ανταπεξέλθει, διατηρώντας το ίδιο ή υποφερτά υποδεέστερο βιοτικό επίπεδο. Αν το κράτος πληρώνει εκατομμύρια ως ποσοστό απόδοσης ΑΤΑ, δεν το κάνει επειδή «είναι κοινωνικά ευαίσθητο» ή επειδή «στηρίζει τους πολίτες του», το κάνει επειδή είναι (καλός) εργοδότης και στηρίζει μέσω της ΑΤΑ μόνο αυτούς που εργοδοτεί.

Και δυστυχώς, εδώ και δεκαετίες, το κράτος, όταν δεν φορά το καπέλο του εργοδότη, αδιαφορεί μπροστά στην άρνηση μεγάλου μέρους εργοδοτών να αποδώσουν ΑΤΑ, ακόμα και στις μάζες των εργαζομένων που αναμφισβήτητα το εισόδημά τους από την εργασία λεηλατείται από τον πληθωρισμό. Παρόλο που ήδη η παραχώρηση της ΑΤΑ από τους εργοδότες που την παραχωρούν συνδέεται άμεσα με την προϋπόθεση προηγηθείσας ανάπτυξης της οικονομίας.

Καλοδεχούμενες λοιπόν οι απόψεις και οι ανησυχίες του υπουργού Οικονομικών, αλλά θα αναμέναμε -καθώς κάποια στιγμή θα αρχίσει κοινωνικός διάλογος για μια νέα συμφωνία για την ΑΤΑ- να έθετε στο τραπέζι όλες τις παραμέτρους που θα πρέπει να καθορίσουν τη διαβούλευση. Δηλαδή, και αυτές που εκφράζουν οι εργαζόμενοι, όχι μόνο οι εργοδότες.

Διότι, όταν θα ξαναρχίσει η συζήτηση, θα πρέπει να είναι σαφέστατο προς όλους, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι θα ήταν αδιανόητο ο διάλογος να στραφεί μόνο προς την κατεύθυνση του ποσοστού απόδοσης ΑΤΑ στους θεωρούμενους ή πραγματικούς υψηλόμισθους που λαμβάνουν σήμερα ΑΤΑ. Θα πρέπει να στραφεί κατά προτεραιότητα σε αυτούς που δεν λαμβάνουν ΑΤΑ, ακόμα και όταν είναι χαμηλόμισθοι στα όρια της φτώχειας και δεν προστατεύονται μισθολογικά ούτε καν από συλλογικές συμβάσεις. Και σε αυτούς που, χωρίς να είναι υψηλόμισθοι, χάνουν 10 από τον πληθωρισμό και δεν παίρνουν «πίσω» ούτε τα επτά.