Ηδιατροφή ανηλίκων αποτελεί έναν από τους πλέον ευαίσθητους τομείς του οικογενειακού δικαίου, διότι στο επίκεντρό της δεν βρίσκεται η οικονομική αντιπαράθεση των γονέων, αλλά η διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης των παιδιών.

Το κυπριακό δίκαιο, μέσα από το άρθρο 33 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, επιβάλλει την από κοινού υποχρέωση των γονέων να συνεισφέρουν στις ανάγκες των ανηλίκων ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Στην πράξη, όμως, η αποτίμηση της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας κάθε γονέα παρουσιάζει σημαντικές δυσχέρειες, ιδιαίτερα όταν υπεισέρχονται κρατικά επιδόματα και κοινωνικές παροχές που συνδέονται με τη γονεϊκή ιδιότητα.

Το μονογονεϊκό επίδομα έχει απασχολήσει τη νομολογία, καθώς αναδείχθηκε το ερώτημα κατά πόσον το επίδομα αυτό πρέπει να αφαιρείται από τις ανάγκες των παιδιών ή να λογίζεται ως εισόδημα του γονέα που το λαμβάνει. Η διαφορά δεν είναι τεχνική ή λογιστική, επηρεάζει ουσιαστικά τον επιμερισμό της διατροφής μεταξύ των γονέων. Αν το επίδομα αφαιρείται από τα έξοδα των παιδιών, το όφελος κατανέμεται και στους δύο γονείς. Αν όμως προστεθεί στα εισοδήματα του λήπτη γονέα, τότε αυξάνεται η συμμετοχή του ιδίου στη διατροφή. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό συνδέεται με τη φύση και τον σκοπό της κοινωνικής παροχής.

Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο εξέτασε εκτενώς το ζήτημα στις αποφάσεις,  Έφεση 22/2019 και 2/2020, ημερ.24.06.2021. Παρότι οι δύο υποθέσεις αφορούσαν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, το κεντρικό νομικό ζήτημα ήταν κοινό. Ο τρόπος συνυπολογισμού του μονογονεϊκού επιδόματος κατά τον καθορισμό της διατροφής ανηλίκων.

Στην πρώτη απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι το μονογονεϊκό επίδομα έπρεπε να αφαιρεθεί από τα έξοδα των παιδιών και έκρινε ότι ορθώς είχε συνυπολογιστεί ως μέρος του εισοδήματος της μητέρας. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στον σκοπό της παροχής, ο οποίος συνδέεται με την ενίσχυση του γονέα που επωμίζεται αποκλειστικά το βάρος της καθημερινής λειτουργίας του νοικοκυριού. Το Δικαστήριο τόνισε ότι, παρότι η ύπαρξη εξαρτώμενων τέκνων αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγησή του, το επίδομα δεν παύει να αποτελεί οικονομικό πόρο του γονέα που το λαμβάνει. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι εντάσσεται ορθότερα στην εισοδηματική του ικανότητα.

Η δεύτερη απόφαση προχώρησε ακόμη βαθύτερα στην ανάλυση της νομικής φύσης του επιδόματος υπό το πρίσμα του περί Παροχής Επιδόματος Τέκνου Νόμου. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας είναι προσωποπαγές δικαίωμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το πρόσωπο του δικαιούχου. Η απώλειά του επέρχεται όταν εκλείψει η μονογονεϊκή ιδιότητα ή όταν μεταβληθούν οι προσωπικές συνθήκες του λήπτη, όπως με τη σύναψη γάμου. Υπό αυτή την έννοια, το επίδομα δεν μπορεί να θεωρηθεί περιουσιακό στοιχείο των παιδιών ούτε να αφαιρείται μηχανιστικά από τις ανάγκες τους. Η προσέγγιση αυτή συνιστά σημαντική τοποθέτηση, διότι μεταφέρει τη συζήτηση από τη λογιστική διάσταση του ζητήματος στη νομική φύση της κοινωνικής παροχής. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά την ύπαρξη προγενέστερων αποκλινουσών αποφάσεων, χωρίς όμως να θεωρήσει ότι δεσμεύεται από αυτές. Αντιθέτως, επεδίωξε να διαμορφώσει μια πιο συνεκτική και λειτουργική προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τον σκοπό της νομοθεσίας όσο και τις πρακτικές συνέπειες κάθε ερμηνείας. Η νομολογιακή αυτή εξέλιξη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποτυπώνει τον δυναμικό χαρακτήρα του οικογενειακού δικαίου, όπου οι δικαστικές αποφάσεις καλούνται να εξισορροπήσουν κοινωνικές, οικονομικές και παιδοκεντρικές παραμέτρους.

Κατά την άποψή μου, η προσέγγιση που αντιμετωπίζει το μονογονεϊκό επίδομα ως εισόδημα του γονέα που το λαμβάνει είναι η πλέον ορθή, τόσο νομικά όσο και λειτουργικά. Το επίδομα αυτό δεν χορηγείται αποκλειστικά για τις άμεσες ανάγκες του παιδιού, αλλά για τη συνολική υποστήριξη του μονογονέα, ο οποίος επωμίζεται μόνος του τις αυξημένες υποχρεώσεις της καθημερινής διαβίωσης. Αν αφαιρείται από τις ανάγκες των παιδιών, τότε μέρος της κρατικής ενίσχυσης καταλήγει να λειτουργεί προς όφελος και του άλλου γονέα, μειώνοντας τη δική του συνεισφορά. Μια τέτοια εξέλιξη αποδυναμώνει τον κοινωνικό σκοπό της παροχής και αλλοιώνει τη ratio της σχετικής νομοθεσίας.

Η ανωτέρω νομολογία χαράσσει πλέον μια πιο σταθερή κατεύθυνση, η οποία στηρίζεται σε σαφέστερα θεωρητικά θεμέλια και υπηρετεί καλύτερα την αρχή της δίκαιης κατανομής των υποχρεώσεων μεταξύ των γονέων. Το ζητούμενο παραμένει πάντοτε η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται η πραγματική οικονομική επιβάρυνση του γονέα που έχει την καθημερινή φροντίδα και ευθύνη του ανηλίκου.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα