Η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να παρουσιάζει θετική εικόνα σε ορισμένους δείκτες της αγοράς εργασίας, με την ανεργία να υποχωρεί στο 4,0% κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 5,0% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας.

Με βάση τα στοιχεία, φαίνεται πως η απασχόληση αυξήθηκε σημαντικά και η εικόνα παραπέμπει σε μια οικονομία που ανακάμπτει, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και διατηρεί ισχυρή δυναμική. Ωστόσο, οι αριθμοί πολλές φορές μπορούν να κρύβουν και κάποιες πικρές αλήθειες, καθώς, κάνοντας  μια πιο προσεκτική ανάγνωση των στοιχείων της Στατιστικής Υπηρεσίας, μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως… πίσω από τη βελτίωση των συνολικών δεικτών παραμένουν σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, οι οποίες αφορούν κυρίως τη θέση των νέων στην αγορά εργασίας, τη μορφή των νέων θέσεων απασχόλησης και τη συνολική παραγωγική δομή της κυπριακής οικονομίας.

Παρά το γεγονός ότι μέσα σε έναν χρόνο δημιουργήθηκαν περίπου 17 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, γεγονός που επιβεβαιώνει την πραγματική αύξηση της απασχόλησης, καθώς τα στοιχεία μαρτυρούν πως η ανεργία στους νέους ηλικίας 15-24 ετών αυξήθηκε στο 13,1%, από 11,2% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Πρόκειται για μια εξέλιξη που έρχεται σε αντίθεση με τη συνολική αποκλιμάκωση της ανεργίας και υποδεικνύει ότι η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας δεν κατανέμεται με ισορροπία σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.

Ανισότητες εισοδήματος

Γι’ αυτό και θα πρέπει να μας προβληματίσει η αύξηση της ανεργίας σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, καθώς η νεανική ανεργία αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους δείκτες για τη μελλοντική πορεία μιας οικονομίας. Η δυσκολία ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας επηρεάζει το ανθρώπινο κεφάλαιο και περιορίζει τη μελλοντική παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα να ενισχύει τις ανισότητες εισοδήματος.

Οι νέοι που εισέρχονται αργά ή ασταθώς στην αγορά εργασίας έχουν αυξημένες πιθανότητες να παραμείνουν «εγκλωβισμένοι» σε χαμηλότερες μισθολογικές απολαβές, προσωρινές μορφές εργασίας και συχνότερες περιόδους ανεργίας. Εν ολίγοις, η νεανική ανεργία δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό πρόβλημα αλλά και μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό κίνδυνο για την οικονομία.

Σαφέστατα, η εν λόγω εξέλιξη πιθανόν να αντανακλά και σε βαθύτερες αδυναμίες, όπως στη σύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η αγορά δε στην Κύπρο φαίνεται να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, ωστόσο μεγάλο μέρος αυτών αφορά τομείς που απαιτούν είτε εξειδικευμένη εμπειρία είτε ανειδίκευτες θέσεις εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί νέοι να δυσκολεύονται να αποκτήσουν σταθερή πρώτη επαγγελματική εμπειρία, παρά το γενικότερο θετικό οικονομικό κλίμα.

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύουν τα εν λόγω δεδομένα αφορά τη δομή της κυπριακής οικονομίας. Σύμφωνα με την έκθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας, το 81,8% των εργαζομένων απασχολείται στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ η βιομηχανία περιορίζεται στο 16,3% και η γεωργία μόλις στο 1,9%.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η Κύπρος έχει εξελιχθεί σχεδόν αποκλειστικά σε οικονομία υπηρεσιών, βασισμένη κυρίως στον τουρισμό, τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, το εμπόριο, τα ακίνητα και τις επαγγελματικές υπηρεσίες. Αν και οι υπηρεσίες μπορούν να παράγουν υψηλή προστιθέμενη αξία, η υπερβολική εξάρτηση από έναν μόνο παραγωγικό πυλώνα μας καθιστά ευάλωτους απέναντι σε εξωτερικές κρίσεις.

Η οικονομική θεωρία περί διαφοροποίησης παραγωγικής βάσης υποδεικνύει ότι οι οικονομίες που εξαρτώνται μονομερώς από συγκεκριμένους τομείς παρουσιάζουν χαμηλότερη ανθεκτικότητα σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας. Και δυστυχώς στην Κύπρο βιώσαμε στο «πετσί» μας τη μη επαρκή ανθεκτικότητα μας σε περιόδους κρίσεων.

Είναι αυταπόδεικτο πως τουρισμός και οι υπηρεσίες επηρεάζονται έντονα από γεωπολιτικές κρίσεις, διαταραχές στις μετακινήσεις, πληθωριστικές πιέσεις ή επιβράδυνση της διεθνούς ζήτησης.

Απ’ εκεί και πέρα, το τρίτο στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι η αύξηση της προσωρινής εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, το ποσοστό των εργαζομένων με προσωρινή απασχόληση αυξήθηκε στο 14,5%, από 12,9% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη διεθνή τάση μεγαλύτερης ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις, ωστόσο από οικονομικής και κοινωνικής σκοπιάς δημιουργεί σημαντικά ερωτήματα για την ποιότητα της απασχόλησης. Ως εκ τούτου, η μείωση της ανεργίας από μόνη της δεν αρκεί για να αξιολογηθεί θετικά μια αγορά εργασίας, όταν σημαντικό μέρος των νέων θέσεων αφορά προσωρινές ή επισφαλείς μορφές εργασίας.

Προσωρινή – επισφαλής εργασία

Η επισφαλής εργασία συνδέεται άμεσα με μειωμένη οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών, περιορισμένη πρόσβαση σε στεγαστική χρηματοδότηση, αδυναμία μακροχρόνιου οικογενειακού προγραμματισμού και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι με προσωρινές συμβάσεις τείνουν να επενδύουν λιγότερο σε εξειδίκευση και επαγγελματική κατάρτιση, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά και τη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι νέοι εργαζόμενοι αποτελούν συνήθως την κοινωνική ομάδα που απορροφάται δυσανάλογα στις προσωρινές μορφές εργασίας. Έτσι, η αύξηση της νεανικής ανεργίας και η διεύρυνση της προσωρινής απασχόλησης λειτουργούν συχνά ως δύο παράλληλα φαινόμενα. Η οικονομία δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά όχι απαραίτητα θέσεις που να προσφέρουν μακροχρόνια επαγγελματική σταθερότητα και δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης.

Παρά τις πιο πάνω αδυναμίες, υπάρχουν και σαφώς θετικά στοιχεία. Η μείωση της μακροχρόνιας ανεργίας στο 20,3% από 23,5% δείχνει ότι μεγαλύτερο μέρος των ανέργων επανεντάσσεται πλέον ταχύτερα στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης αποτελεί επίσης σημαντική εξέλιξη για τη συνολική συμμετοχή του πληθυσμού στην οικονομική δραστηριότητα.

Ωστόσο, η συνολική εικόνα επιβεβαιώνει ότι η κυπριακή αγορά εργασίας εισέρχεται πλέον σε μια νέα φάση, όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι απλώς η μείωση της ανεργίας αλλά η ποιότητα, η βιωσιμότητα και η ανθεκτικότητα της ανάπτυξης.

Η πραγματική πρόκληση για την οικονομική πολιτική τα επόμενα χρόνια θα είναι η δημιουργία ενός διαφοροποιημένου παραγωγικού μοντέλου, η ενίσχυση τομέων υψηλής παραγωγικότητας, η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και η δημιουργία σταθερών θέσεων απασχόλησης που να επιτρέπουν κυρίως στους νέους να ενταχθούν ουσιαστικά και βιώσιμα στην οικονομία.

Σαφώς για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να τεθεί επί τάπητος το πώς θα επιτευχθεί η οδηγία της ΕΕ και η απαίτηση των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων για επέκταση των Συλλογικών Συμβάσεων. Καθώς οι Κλαδικές ΣΣ ή οι ΣΣ σε κάθε χώρο εργασίας ενισχύουν την προοπτική για δημιουργία σταθερών θέσεων απασχόλησης χωρίς να υπάρχει αβεβαιότητα ή αναπάντητα ερωτηματικά για το εργασιακό πλαίσιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων.  

Διότι, όσο οι συνολικοί δείκτες ανεργίας βελτιώνονται αλλά μια ολόκληρη γενιά εργαζομένων συνεχίζει να δυσκολεύεται να βρει δουλειά ή να εισέρχεται στην αγορά εργασίας με αβεβαιότητα, προσωρινότητα και περιορισμένες προοπτικές σταθερότητας, η βελτίωση αυτή θα παραμένει πλασματική.

* Επαρχιακός Γραμματέας ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ