Υπάλληλος ο οποίος εργάζεται στον δημόσιο, στον ημικρατικό τομέα και στους δημόσιους οργανισμούς και διώκεται πειθαρχικά, δεν αποκτά αγώγιμο δικαίωμα ή αξίωση για αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη στην περίπτωση που η δίωξη του δεν επιτύχει ή διακοπεί. Η διοικητική πειθαρχική διαδικασία δεν αποτελεί δικαστική διαδικασία ούτε και διεξάγεται ενώπιον Δικαστηρίου. Οι έννοιες φυσική δικαιοσύνη και παρόμοιες αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής σε πειθαρχική δίωξη δεν καθιστούν τη διοικητική πειθαρχική διαδικασία συγγενή ή ταυτόσημη με την ποινική. Το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, καθορίζει το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, το οποίο συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασία κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του, και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού. Νοείται ότι καμιά αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια Αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία. Είναι θεμελιωμένο ότι ο κατηγορούμενος σε πειθαρχική δίκη απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα κατηγορούμενου σε ποινική δίκη, άρθρο 12.5 του Συντάγματος και άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Μια πειθαρχική δίκη διεξάγεται με τον ίδιο τρόπο όπως η ποινική, αλλά η πειθαρχική δίωξη δεν αποτελεί δικαστική διαδικασία.
 
Τίθεται το νομικό ερώτημα κατά πόσο η διοικητική πειθαρχική διαδικασία εμπίπτει στην έννοια της δίωξης που προβλέπεται στο άρθρο 32, ώστε να νομιμοποιεί την έγερση αγωγής για κακόβουλη δίωξη και την απόδοση αποζημιώσεων. Απαντήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε στην Π.Ε. 121/2013 ημερ.2.4.2019, το οποίο επιδοκίμασε την πρωτόδικη απόφαση, αναφέροντας ότι τα νομολογηθέντα στις αυθεντίες Paikkos και Αριστοδήμου αποτελούν καλό δίκαιο και ότι η διοικητική πειθαρχική διαδικασία, όπως είναι γνωστή στο διοικητικό δίκαιο, δεν είναι συγγενής με την ποινική διαδικασία, μήτε και αυτή διεξάγεται ενώπιον Δικαστηρίου. Συνοψίζοντας τη νομολογία, τόνισε ότι η αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν περιορίζεται σε ποινικές διαδικασίες, διαδικασίες πτώχευσης και διάλυσης εταιρείας, αλλά επεκτείνεται και σε διαδικασίες ανάλογες ή συγγενείς με ποινικές διαδικασίες και σημείωσε ότι στην εξέλιξη του κοινοδικαίου η πιο πάνω αρχή δεν διαφοροποιήθηκε, αντίθετα επιβεβαιώθηκε. Αναφέρθηκε σε σχετική αγγλική νομολογία, όπου ο ενάγων ενήγαγε τον εναγόμενο για κακόβουλη δίωξη μέσω πειθαρχικής εναντίον του διαδικασίας, εισηγούμενος ότι αυτή είναι ανάλογη με ποινική διαδικασία και ότι οι εναντίον του κατηγορίες έβλαψαν την υπόληψη του και προκάλεσαν έξοδα εφόσον έπρεπε να υπερασπίσει τον εαυτό του. Το House of Lords έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι επέκτασης του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης πέραν των καθ’ αυτών ποινικών διώξεων και των εξαιρετικών περιπτώσεων της πτώχευσης και της εκκαθάρισης εταιρείας. 
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εφεσείων ήταν εργοδοτούμενος σε οργανισμό δημοσίου δικαίου και διώχθηκε πειθαρχικά, αλλά η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του διακόπηκε μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου. Ήγειρε αγωγή εναντίον του οργανισμού αξιώνοντας αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη και δυσφήμιση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το θέμα κατά πόσο μπορεί να θεμελιωθεί το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης σε εσωτερική διαδικασία πειθαρχικής δίωξης προσώπου, η οποία διενεργείται από πειθαρχικό όργανο το  οποίο δεν αποτελεί Δικαστήριο σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60. 
Με αναφορά στις ανωτέρω αυθεντίες, θεώρησε ότι το αντικείμενο εξέτασης των δύο υποθέσεων ήταν παρόμοιο με την παρούσα και προέβη στη διαπίστωση ότι η πειθαρχική δίωξη δεν αποτελεί δικαστική διαδικασία και ασφαλώς δεν διεξάγεται ενώπιον Δικαστηρίου. Ως προς το κατά πόσο υπήρξε πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς πειθαρχικής δίωξης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε έμφαση ότι προηγήθηκε έρευνα από ανεξάρτητο λειτουργό, ο οποίος διαπίστωσε εκ πρώτης όψεως τη διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων και ότι το πόρισμα μελετήθηκε από το νομικό σύμβουλο του οργανισμού, ο οποίος σχημάτισε την ίδια άποψη. 
Σαν αποτέλεσμα, έκρινε ότι δεν τίθετο θέμα κακοβουλίας ή άσκησης πειθαρχικής δίωξης χωρίς εύλογη αιτία και απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την κατάληξη και το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης κακοβουλίας στην προώθηση της πειθαρχικής διαδικασίας και μη στοιχειοθέτησης δυσφήμησης.