Του Mihir Sharma
Από τη στιγμή που το Πακιστάν κήρυξε “ανοιχτό πόλεμο” κατά του καθεστώτος των Ταλιμπάν στην Καμπούλ την περασμένη εβδομάδα, έχει εξαπολύσει σμήνη μαχητικών αεροσκαφών πάνω από τα αμφισβητούμενα σύνορα με το Αφγανιστάν. Συνέχισε, ακόμη και όταν το Ιράν, το οποίο συνορεύει και με τις δύο χώρες, δέχτηκε επίθεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και αντέδρασε με πλήγματα από drones και πυραύλους σε ολόκληρη την περιοχή. Απαιτείται ένα ιδιαίτερο είδος αυτοπεποίθησης για να ωθήσει κανείς μια ήδη ασταθή κατάσταση στα άκρα. Όμως, όταν πρόκειται για τους γείτονές του, ο στρατός του Πακιστάν ποτέ του δεν στερήθηκε αυτοπεποίθησης.
Θα έπρεπε όμως να γνωρίζουν καλύτερα. Δύο εν εξελίξει συγκρούσεις στο ίδιο διαλυμένο, ορεινό τόξο σημαίνουν ότι οι κίνδυνοι έχουν υπερδιπλασιαστεί. Τα σύνορα είναι ήδη διάτρητα, διασχίζονται από διαδρομές λαθρεμπορίου, μονοπάτια προσφύγων και κρησφύγετα μαχητών. Η πορεία προς το χάος θα προσφέρει στις ένοπλες ομάδες ένα ελκυστικό τοπίο που δεν θα ελέγχεται από κανέναν. Όπως έχει συμβεί τόσες φορές στο παρελθόν, οι απειλές που γεννιούνται εδώ θα εξαπλωθούν στον υπόλοιπο κόσμο. Και, για άλλη μια φορά, το Πακιστάν θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας παγκόσμιας απειλής.
Το Ισλαμαμπάντ ξεκίνησε λέγοντας ότι διεξήγαγε “επιλεκτικές επιχειρήσεις βασισμένες σε πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών”, αλλά αυτό δεν συνάδει ακριβώς με τις μετέπειτα ενέργειές του. Ο υπουργός Πληροφοριών Αταουλάχ Ταράρ επέμεινε ότι περισσότεροι από 300 αξιωματούχοι των Ταλιμπάν είχαν σκοτωθεί σε επιθέσεις στην Καμπούλ και σε άλλες δύο πόλεις. Εν τω μεταξύ, οι Αφγανοί ισχυρίστηκαν ότι περισσότεροι από 50 στρατιώτες από την άλλη πλευρά είχαν σκοτωθεί κατά μήκος των συνόρων.
Το “κατεστημένο” του Πακιστάν -ο γενικός όρος για το βαθύ κράτος υπό την ηγεσία του στρατού που συγκεντρώνει την πραγματική εξουσία – έχει σαφώς χάσει την υπομονή του με τους πρώην εταίρους του. Για περισσότερο από μια δεκαετία, ήταν οι πιο επιμελείς υποστηρικτές της θεωρίας των “καλών Ταλιμπάν”: ότι το ισλαμιστικό κίνημα περιλάμβανε ακίνδυνους Παστούν εθνικιστές που θα στρέφονταν απλώς στη διακυβέρνηση αν η κακιά Δύση τούς άφηνε ήσυχους.
Όταν ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν εγκατέλειψε τελικά το Αφγανιστάν το 2021, οι στρατηγοί του Πακιστάν πανηγύριζαν. Για πάνω από πέντε δεκαετίες, η κύρια στρατηγική τους για την ασφάλεια ήταν να καλλιεργούν ισλαμιστές εξτρεμιστές. Συνέχισαν να το κάνουν, παρόλο που δεν τους βγήκε σε καλό ούτε μία φορά. Όμως, όταν οι άνδρες με τα μαύρα τουρμπάνια οδήγησαν τα φορτηγά τους στην Καμπούλ, πίστεψαν ότι το μεγάλο ρίσκο που είχαν πάρει είχε επιτέλους αποδώσει.
Δεν απέδωσε, και μάλιστα για λόγους που ήταν απολύτως προβλέψιμοι. Πρώτον, οι Παστούν εθνικιστές θα έχουν πάντα προβλήματα με τα σύνορα που χωρίζουν το κέντρο της χώρας τους στα δύο. Επιπλέον, είναι θεμελιωδώς απίθανο ότι οι Ταλιμπάν, “καλοί” ή μη, θα είχαν καταστείλει τους ομοϊδεάτες τους που πιστεύουν ότι πρέπει να κάνουν στο Ισλαμαμπάντ ό,τι έκαναν εκείνοι στο Πακιστάν.
Ως αποτέλεσμα, η φιλοδοξία και το θράσος της οργάνωσης Τεχρίκ-ι-Ταλιμπάν Πακιστάν (TPP) έχει αυξηθεί τα τελευταία τρία χρόνια. Στις αρχές Φεβρουαρίου, ένας βομβιστής αυτοκτονίας έβαλε στόχο ένα σιιτικό τέμενος στην πρωτεύουσα, σκοτώνοντας 31 ανθρώπους. Η πλατφόρμα συλλογής δεδομένων για τις συγκρούσεις ACLED μέτρησε 600 επιθέσεις της TTP κατά το έτος έως τον Οκτώβριο του 2025 και υποστήριξε ότι η ομάδα “τοποθετείται πλέον ως εναλλακτικό κέντρο εξουσίας” στις παραμεθόριες περιοχές των φυλών.

Κάποιοι στη Δύση θα μπουν στον πειρασμό να δουν τις εξελίξεις αυτές ως την τιμωρία των στρατηγών για τις πράξεις τους. Το πακιστανικό κράτος κινητοποιήθηκε κατά των Ταλιμπάν την περασμένη εβδομάδα με την ίδια ενέργεια που κατέβαλε για να εμποδίσει την εκστρατεία του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν επί δύο δεκαετίες μετά το 2002.
Η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον, ωστόσο, είναι πολύ πιο ευνοϊκά διακείμενη προς τους νέους φίλους της στο Πακιστάν. Έχει τονίσει το δικαίωμα της χώρας να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Οι στρατηγοί, εν τω μεταξύ, έχουν ονομάσει την επίθεσή τους “Επιχείρηση Δίκαιη Οργή” (Operation Righteous Fury), ονομασία που εναρμονίζεται με την αμερικανική “Επιχείρηση Επική Οργή” (Operation Epic Fury) στο Ιράν.
Το Ισλαμαμπάντ δεν είναι ακόμη διατεθειμένο να επιδοθεί σε κάποια αυτοκριτική. Έχει αποδώσει την ευθύνη για την έξαρση της τρομοκρατίας στην αχαριστία των πρώην προστατευόμενών του, καθώς και σε ινδική ανάμειξη. Το σίγουρο είναι ότι ο στρατός έκανε ένα στρατηγικό λάθος και θα πρέπει να βρει έναν καλύτερο τρόπο να το αντιμετωπίσει από τις τακτικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Ταλιμπάν. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, δεν μπορεί να αποσυρθεί από τη γειτονιά.
Διαθέτει, ωστόσο, άλλα εργαλεία στο οπλοστάσιό του και χρησιμοποιεί ορισμένα από αυτά – για παράδειγμα, τον εμπορικό αποκλεισμό του περίκλειστου Αφγανιστάν. Με το Ιράν σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στα δυτικά και τα σύνορα κλειστά στα ανατολικά, η Καμπούλ μπορεί να αναγκαστεί να βασιστεί στις εθνικές οδούς που οδηγούν προς το βορρά και διέρχονται από επικίνδυνα τμήματα της χώρας.
Το αποτέλεσμα που ελπίζουν να προκαλέσουν οι στρατηγοί με αυτή την επίθεση παραμένει όμως ασαφές. Η αλλαγή καθεστώτος είναι προφανώς αδύνατη χωρίς μια εισβολή πλήρους κλίμακας στο Αφγανιστάν, κάτι που ποτέ δεν κατέληξε καλά για κανέναν. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται εδώ και χρόνια, αλλά η εμπιστοσύνη και στις δύο πλευρές έχει καταρρεύσει. Και το Ισλαμαμπάντ ξεκάθαρα δεν κερδίζει τη στήριξη της Καμπούλ.
Αυτό που έχει κάνει, ωστόσο, είναι να συσπειρώσει την πολιτική τάξη του Πακιστάν υπέρ του στρατού, συμπεριλαμβανομένου του ανυπότακτου κόμματος Πακιστάν Τεχρίκ-ε-Ινσάφ (PTI). Ο φυλακισμένος ηγέτης του, ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, είναι ο ίδιος Παστούν και έγινε γνωστός στις πολιτικές τάξεις από την επιθετική στάση του ενάντια στις αεροπορικές επιδρομές του ΝΑΤΟ κατά των Ταλιμπάν. Το PTI, που βρίσκεται στην εξουσία στην επαρχία Χαϊμπέρ-Παχτούνκουα, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Παστούν, αρνήθηκε να υποστηρίξει τις επιδρομές κατά των Ταλιμπάν πέρυσι, αλλά τώρα αναγκάστηκε να συμμετάσχει σε μια ευρεία εθνική συναίνεση υπέρ αυτού του πολέμου.
Αυτό σημαίνει όμως επίσης ότι η ευρύτερη περιοχή είναι ακόμη πιο ασταθής. Οι θεοκράτες τόσο στην Τεχεράνη όσο και στην Καμπούλ συγκρατούσαν τουλάχιστον την παρουσία του Ισλαμικού Κράτους στην περιοχή, το οποίο αποτελεί μείζονα απειλή για την Κεντρική και Νότια Ασία. Αν αυτά τα δύο κέντρα εξουσίας μάχονται ταυτόχρονα για την επιβίωσή τους, αυτό που θα ακολουθήσει μπορεί να είναι ακόμη χειρότερο.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου