Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι άνθρωπος που κρατά τον λόγο του: Τον Μάρτιο, ο Αμερικανός πρόεδρος υποσχέθηκε ότι “Δεν θα υπάρξει καμία συμφωνία με το Ιράν εκτός από ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ!… ΤΟ ΙΡΑΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΜΕΛΛΟΝ”. Δεν διευκρίνισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν εκείνες που θα παραδίνονταν.
Γιατί σε παράδοση ισοδυναμεί η “συμφωνία” μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν που μόλις υπογράφηκε, αν οι πρώτες αναφορές για τα 14 σημεία της πλησιάζουν έστω και στο ελάχιστο την ουσία της. Για τη Μέση Ανατολή, αυτό σημαίνει επιπλέον μήνες, αν όχι χρόνια (αλλά σίγουρα περισσότερες από τις 60 ημέρες που ορίζονται στο έγγραφο) ενός “παράξενου πολέμου”, με ελάχιστα έως καθόλου ζητήματα να επιλύονται οριστικά — από τα Στενά του Ορμούζ μέχρι το ουράνιο του Ιράν. Για τον κόσμο συνολικά, οι προεκτάσεις αυτού του αδιεξόδου θα είναι εξίσου μεγάλες.Play Video
Αυτές οι δευτερογενείς επιπτώσεις ήταν σίγουρα στο μυαλό των ηγετών της G7 καθώς συνεδρίαζαν αυτή την εβδομάδα στο Εβιάν. Ο Τραμπ μπορεί να υποβάθμισε την ήττα του στον Περσικό Κόλπο, με άβολα αστεία και προσπάθειες να αποφύγει τις μη κολακευτικές συγκρίσεις με τον προκάτοχό του, Μπαράκ Ομπάμα. Όμως οι ηγέτες των άλλων έξι χωρών, που παραδοσιακά θεωρούσαν τους εαυτούς τους συμμάχους των Αμερικανών, καθώς και οι προσκεκλημένοι τους από μεσαίες δυνάμεις όπως η Ινδία και η Βραζιλία, πρέπει πλέον να αναλογιστούν ένα μέλλον που θα είναι μετα-αμερικανικό.
Ο πόλεμος της Αμερικής εναντίον του Ιράν διαφέρει από την απρόκλητη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά οι δύο αυτές συγκρούσεις έχουν κάτι κοινό: Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος μιας πάλαι ποτέ υπερδύναμης επιτέθηκε σε μια δύναμη δεύτερης κατηγορίας και απέτυχε να την νικήσει. Δεν είχε καμία σημασία το γεγονός ότι οι συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών στην έναρξη των εχθροπραξιών ήταν συντριπτικά ανώτερες. Ούτε τα πυρηνικά οπλοστάσια που ελέγχονται από το Κρεμλίνο και τον Λευκό Οίκο -τα δύο μεγαλύτερα στον κόσμο- είχαν κάποια χρησιμότητα έναντι των μη πυρηνικών αντιπάλων τους. Με το να μην κερδίσει, η κάθε πρώην υπερδύναμη έχασε.
Ένα αποτέλεσμα είναι ότι η Αμερική και η Ρωσία, με διαφορετικούς τρόπους, θα βγουν από τους “πολέμους επιλογής” τους εξαντλημένες και αποδυναμωμένες. Έχοντας αποδειχθεί καταστροφικές αλλά ανίσχυρες, και οι δύο έχουν πλέον “λιγότερα μέσα για να ασκήσουν ισχύ και επιρροή από ό,τι πριν”, εκτιμά η Φιόνα Χιλ, αξιωματούχος εθνικής ασφάλειας κατά την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ – “καμία από τις δύο χώρες δεν θα είναι η καθοριστική, ή ακόμη και απαραίτητη κατά περιόδους, δύναμη που ήταν στο παρελθόν”.
Μια τρίτη δύναμη, η Κίνα, παρακολουθεί φυσικά αυτό το αργό αλλά επιταχυνόμενο αυτοσαμποτάζ της Αμερικής και της Ρωσίας. Και ο ηγέτης της, ο Σι Τζινπίνγκ, βλέπει τις υποθέσεις του να επιβεβαιώνονται.
Η μία είναι ότι η Μόσχα δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από ένας junior partner του Πεκίνου – χρήσιμος για την εξισορρόπηση έναντι των ΗΠΑ, αλλά ανίσχυρος σε οποιοδήποτε μη πυρηνικό πεδίο ισχύος: οικονομικό, τεχνολογικό, πολιτικό. Η άλλη είναι ότι η Αμερική βρίσκεται σε μια μακροπρόθεσμη παρακμή, η οποία θα αφήσει την Κίνα ισχυρότερη, αρκεί η ίδια να διαφυλάξει τους πόρους της. Ο Ράιαν Χας από το Brookings Institution, βετεράνος εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησης Ομπάμα, συμπεραίνει ότι “οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πολέμησαν το Ιράν, και η Κίνα κέρδισε”.
Αν η γεωπολιτική ανάλυση, γύρω από το τραπέζι στο Εβιάν ή οπουδήποτε αλλού, περιοριζόταν σε αυτές τις τρεις μεγάλες δυνάμεις, θα επιβεβαίωνε τη θεωρία ότι ο κόσμος -ο οποίος ήταν διπολικός κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και μονοπολικός αμέσως μετά- γίνεται πολυπολικός. Αυτό θα ήταν ήδη αρκετά κακό, επειδή ένα τέτοιο σενάριο, το οποίο οι φυσικοί αποκαλούν “πρόβλημα των τριών σωμάτων” και το οποίο δυσκόλεψε ακόμη και τον Νεύτωνα, είναι εξ ορισμού απρόβλεπτο και ασταθές. Όμως, η ανάλυση πρέπει επίσης να συνυπολογίσει κάθε άλλη χώρα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκπροσωπούνται στο Εβιάν.
Αυτές περιλαμβάνουν τις δύο δυνάμεις που προκάλεσαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Μετά από εκείνη την καταστροφή, η καθεμία (υπό την αμερικανική κηδεμονία) ενσωμάτωσε στοιχεία πασιφισμού στο μεταπολεμικό της σύνταγμα και ακολούθησε μια επιτυχημένη στρατηγική ανάδειξης σε εμπορική δύναμη υπό τη στρατιωτική αιγίδα της Ουάσιγκτον. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, και οι δύο έχουν συνειδητοποιήσει ότι η παλιά αμερικανική “πατρική φιγούρα” έχει χαθεί οριστικά. Και οι δύο, σπάζοντας τα μεταπολεμικά τους ταμπού, επανεξοπλίζονται μαζικά.
Οι ΗΠΑ, που εδώ και καιρό παραπονιούνται ότι οι σύμμαχοί τους είναι “τζαμπατζήδες”, βασιζόμενοι στις αμερικανικές αμυντικές εγγυήσεις, επικροτούν αυτή τη μετατόπιση. Όμως, μια παρενέργεια αυτής είναι ότι οι γείτονες και τα ιστορικά θύματα της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, όπως η Πολωνία και η Νότια Κορέα, αρχίζουν και πάλι να ανησυχούν.
Προς το παρόν αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, επειδή τόσο η Βαρσοβία όσο και η Σεούλ φοβούνται περισσότερο τη Ρωσία, την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα, και βλέπουν το Βερολίνο και το Τόκιο ως συμμάχους. Μια συνταγή στον μετα-αμερικανικό κόσμο είναι η συνεργασία και ο σχηματισμός νέων συμμαχιών χωρίς τις ΗΠΑ —μια λεγόμενη “ισορροπία απειλής”.
Αλλά η συνεργασία, και πόσο μάλλον η ομοσπονδία που επιχειρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι δύσκολη υπόθεση. Για να κόψουν τον ομφάλιο λώρο τους με τους Αμερικανούς προμηθευτές, η Γερμανία και η Γαλλία προσπαθούν να κατασκευάσουν μαζί ένα μαχητικό αεροσκάφος επόμενης γενιάς – αυτό το εγχείρημα μόλις απέτυχε. Και ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οικοδεσπότης στο Εβιάν, πρότεινε πρόσφατα την επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ασπίδας σε ολόκληρη την Ευρώπη, τώρα που η ομπρέλα της Αμερικής δεν είναι πλέον αξιόπιστη. Πράττοντας έτσι, εγείρει περισσότερα ερωτήματα από όσα απάντησε.
Παρόμοια διλήμματα αντιμετωπίζει πλέον κάθε άλλη χώρα, από τον Καναδά (τον οποίο ο Τραμπ λέει ότι θα ήθελε να προσαρτήσει) μέχρι το Ομάν, το οποίο επί μακρόν υπέθετε ότι μπορούσε να κοιτάζει τη δουλειά του ως ουδέτερο κράτος, αλλά πρόσφατα ανακάλυψε ότι μπορεί και αυτό να βομβαρδιστεί αν ποτέ κακοκαρδίσει τον Τραμπ. Από τις μεγάλες και πυρηνικές δυνάμεις (όπως η Ινδία) έως τις υπολογίσιμες και μη πυρηνικές ακόμη (όπως η Τουρκία), όλες οι μεσαίες δυνάμεις, ακόμη και κάποιες μικρές, πρέπει να επαναξιολογήσουν την ασφάλειά τους. Ο ευγενικός όρος για αυτό είναι το “de-risking”, από την Αμερική, την Κίνα και τον οποιονδήποτε.
Το άμεσο αποτέλεσμα είναι μια παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών. Τα σημάδια είναι ήδη ορατά στους αριθμούς: οι παγκόσμιες πωλήσεις συμβατικών όπλων γνωρίζουν πρωτοφανή άνθιση. Είναι επίσης πιθανό περισσότερες χώρες, και όχι μόνο το Ιράν, να επιδιώξουν και να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, καθώς η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών -η οποία μέχρι τώρα περιόριζε το πυρηνικό κλαμπ σε εννέα μόνο έθνη- διολισθαίνει προς την αδράνεια. (Η πρόσφατη αναθεωρητική της διάσκεψη, η οποία πραγματοποιείται δύο φορές τη δεκαετία, ήταν η τρίτη κατά σειρά που έληξε χωρίς ένα κείμενο κοινής συναίνεσης, ένα διπλωματικό σήμα αποτυχίας).
Μπορείτε να αποκαλέσετε αυτή την αναδυόμενη (α)ταξία “πολυπολικότητα”, αν θέλετε. Όμως ο όρος αυτός υποδηλώνει έναν κόσμο που εξακολουθεί να ρυθμίζεται από φόρουμ όπως η G-7, η G-20 ή η G-ν. Μια άλλη πιθανότητα είναι αυτό που γεωπολιτικοί αναλυτές όπως ο Ίαν Μπρέμερ αποκαλούν έναν κόσμο “G-Zero”, στον οποίο καμία χώρα δεν έχει την ικανότητα ή το ενδιαφέρον να εγγυηθεί δημόσια αγαθά, όπως το ελεύθερο εμπόριο και τη βασική ασφάλεια.
Αν θέλετε να μείνετε στην ηλεκτρομαγνητική μεταφορά της πολικότητας, το γεωπολιτικό μέλλον του κόσμου θα μπορούσε τότε να περιγραφεί ως πλάσμα: ένα καζάνι φορτισμένων σωματιδίων που αλληλεπιδρούν όπως συμβαίνει, ας πούμε, στην επιφάνεια του ήλιου – απρόβλεπτα, χαοτικά και συχνά βίαια, με δίνες, εκλάμψεις και σποραδικές εκρήξεις.