Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Της Natasha Lindstaedt

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρακολουθεί στενά τις εκλογικές αναμετρήσεις και τις διαδηλώσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Η Μόσχα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον ρόλο του παρατηρητή. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ρωσία επιχειρεί συστηματικά να επηρεάσει τις εκλογικές διαδικασίες στην Ευρώπη, αξιοποιώντας εκστρατείες παραπληροφόρησης. Επιδιώκει, αφενός, να οξύνει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών και, αφετέρου, να ενισχύσει τις εκλογικές επιδόσεις πολιτικών δυνάμεων που διάκεινται φιλικά προς τη Μόσχα.

Παρά τις εντατικές προσπάθειες του Κρεμλίνου προς αυτή την κατεύθυνση, ορισμένοι από τους στενότερους πολιτικούς του συμμάχους στην Ευρώπη υπέστησαν σημαντικές εκλογικές ήττες το 2026. Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι η Μόσχα ενδέχεται να έχει λόγους να αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη αισιοδοξία τις πολιτικές εξελίξεις σε άλλες περιοχές της Ευρώπης.

Η πολιτική αλλαγή στην Ουγγαρία

Σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές ήττες για τον Πούτιν, ο επί χρόνια πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, έχασε την εξουσία στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου. Το Politico είχε χαρακτηρίσει τον Όρμπαν “καλύτερο φίλο” του Ρώσου προέδρου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έχοντας συνάψει σειρά συμφωνιών με τη Ρωσία, μεταξύ των οποίων και η συμφωνία του 2014 για τη χορήγηση μεγάλου ρωσικού δανείου με σκοπό την επέκταση του πυρηνικού σταθμού της χώρας, ο Όρμπαν διατηρούσε σταθερά στενή σχέση με το Κρεμλίνο. Η στάση του απέναντι στη Μόσχα γινόταν ιδιαίτερα εμφανής σε κρίσιμες στιγμές. Λίγο πριν από την εκλογική του ήττα, είχε μπλοκάρει ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, το οποίο το Κίεβο θεωρούσε ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση της πολεμικής του προσπάθειας. Παράλληλα, είχε αντιταχθεί στις εκκλήσεις της ουκρανικής ηγεσίας προς τις ευρωπαϊκές χώρες να απεξαρτηθούν από τη ρωσική ενέργεια.

Η αποχώρηση του Όρμπαν από την εξουσία και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Πέτερ Μάγιαρ σηματοδοτούν, ωστόσο, μια σαφή αλλαγή πορείας στις σχέσεις της Ουγγαρίας με τη Ρωσία. Το κόμμα του Μάγιαρ έχει ξεκαθαρίσει ότι η Ουγγαρία δεν πρόκειται να παρεμποδίσει τις πρωτοβουλίες της ΕΕ για τη στήριξη της Ουκρανίας. Αποστασιοποιούμενος ευθέως από τη γραμμή του προκατόχου του, ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε χαρακτηριστικά: “Η Ουκρανία είναι το θύμα και η Ρωσία ο επιτιθέμενος”.

Οι διαδηλώσεις στη Σερβία 

Μία ακόμη σημαντική απώλεια επιρροής για τη Μόσχα καταγράφηκε στη Σερβία, όπου οι πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν σε εκλογική ήττα του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Οι πρόωρες εκλογές του Οκτωβρίου του 2026 προκηρύχθηκαν έπειτα από μήνες φοιτητικών κινητοποιήσεων, οι οποίες συγκλόνισαν τη χώρα από τον Νοέμβριο του 2024. Αφορμή στάθηκε η κατάρρευση τμήματος της οροφής στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 16 άνθρωποι.

Οι κινητοποιήσεις έλαβαν πρωτοφανείς διαστάσεις. Στις 15 Μαρτίου 2025, περισσότεροι από 325.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βελιγράδι, σε μία από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στη χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρωτεύουσα της Σερβίας έχει πληθυσμό μικρότερο των δύο εκατομμυρίων κατοίκων.

Ο πρόεδρος της χώρας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος βρισκόταν στην εξουσία από το 2017, είχε επιχειρήσει να εκτονώσει την κατάσταση, προτείνοντας την επίσπευση των βουλευτικών εκλογών κατά ένα έτος. Η κίνηση αυτή, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετή για να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια των διαδηλωτών. Σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα, ο Βούτσιτς και το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα υπέστησαν βαριά ήττα από τον συνδυασμό “Φοιτητική Λίστα”, που συγκέντρωσε το 53% των ψήφων, έναντι 40% του κυβερνώντος κόμματος. Η συμμετοχή έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ, αγγίζοντας το 70%.

Κατά τη διακυβέρνηση Βούτσιτς, η Σερβία διατήρησε στενές σχέσεις με τη Ρωσία, ακόμη και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο αυτή η πολιτική θα συνεχιστεί υπό τη νέα ηγεσία.

Παρότι αποτελεί υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Σερβία έχει αρνηθεί να ευθυγραμμιστεί με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, επιλέγοντας να διατηρήσει στενούς οικονομικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με τη Μόσχα. Ακόμη και σε περίπτωση πολιτικής αλλαγής, πάντως, η ρωσική επιρροή δεν είναι εύκολο να εξαλειφθεί. Οι ιστορικοί, πολιτιστικοί και θρησκευτικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών παραμένουν ισχυροί, ενώ η Ρωσία εξακολουθεί να ασκεί ήπια ισχύ στη σερβική κοινωνία, μεταξύ άλλων μέσω του RT Balkan, του περιφερειακού βραχίονα του ρωσικού κρατικού δικτύου Russia Today.

Δημοσκοπικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι σημαντικό τμήμα της σερβικής κοινωνίας εξακολουθεί να υποστηρίζει τη Ρωσία και τη στάση της στον πόλεμο της Ουκρανίας. Παρ’ όλα αυτά, η ήττα του Βούτσιτς συνιστά σημαντικό πλήγμα για τα ρωσικά συμφέροντα στη χώρα.

Η οικονομική παρουσία της Ρωσίας είναι ιδιαίτερα ισχυρή στη Σερβία, καθώς ρωσικές επιχειρηματικές δραστηριότητες συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με περίπου το 10% της σερβικής οικονομίας, κυρίως στον ενεργειακό τομέα. Ειδικότερα, οι ρωσικοί ενεργειακοί όμιλοι Gazprom και Gazprom Neft κατέχουν συνολικά ποσοστό μεγαλύτερο του 50% στην εταιρεία Petroleum Industry of Serbia (NIS).

Η “Φοιτητική Λίστα” έχει θέσει ως στόχο την εκκαθάριση των κρατικών θεσμών και των μεγάλων επιχειρήσεων από τα πρόσωπα που συνδέονται με το δίκτυο εξουσίας του Βούτσιτς, καθώς και την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Μια τέτοια προσπάθεια ενδέχεται να επηρεάσει και τις σχέσεις της Σερβίας με τη Μόσχα, δεδομένης της ισχυρής ρωσικής παρουσίας στην οικονομία και τους κρατικούς μηχανισμούς της χώρας.

Οι εκλογές στη Σλοβακία ίσως φέρουν πολιτική αλλαγή

Η Σλοβακία αποτελεί μια ακόμη χώρα στην οποία ενδέχεται να περιοριστεί η πολιτική επιρροή του Πούτιν. Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές δεν είναι προγραμματισμένες πριν από τον Σεπτέμβριο του 2027, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, ακόμη και από τον Ιανουάριο.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το αντιπολιτευόμενο κόμμα Προοδευτική Σλοβακία (Progressive Slovakia) διατηρεί μικρό προβάδισμα έναντι του κυβερνώντος κόμματος Κατεύθυνση – Κοινωνική Δημοκρατία (SMER).

Το SMER, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Ρόμπερτ Φίτσο, είναι ένα λαϊκιστικό κόμμα με φιλορωσικό προσανατολισμό, το οποίο έχει επανειλημμένα αντιταχθεί στη στρατιωτική και οικονομική ενίσχυση της Ουκρανίας. Αντίθετα, η Προοδευτική Σλοβακία τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης της υποστήριξης προς το Κίεβο, με την παροχή περισσότερης ανθρωπιστικής, οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας.

Μήπως η Δυτική Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία του Πούτιν;

Ενώ η ρωσική επιρροή φαίνεται να υποχωρεί σε ορισμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι προοπτικές για τη Μόσχα ενδέχεται να είναι διαφορετικές στη Δυτική Ευρώπη.

Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία έδωσαν στον Πούτιν την ευκαιρία να υποστηρίξει ότι οι κοινωνικές αναταραχές αναδεικνύουν την ανάγκη κρατικού ελέγχου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παράλληλα, ενόψει των εκλογών του 2027, το ακροδεξιό κόμμα Εθνικός Συναγερμός (Rassemblement National) εμφανίζεται με σημαντικές εκλογικές προοπτικές. Αντίστοιχη άνοδος καταγράφεται και στη Γερμανία, όπου η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει ενισχύσει αισθητά την παρουσία της στο πολιτικό σκηνικό, ενώ στελέχη της έχουν εκφράσει θέσεις που ευνοούν την αποκατάσταση στενότερων σχέσεων με τη Ρωσία.

Κοινό σημείο στις θέσεις των δύο κομμάτων είναι η αντίθεσή τους στη συνέχιση της οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία και η πρόθεση περιορισμού της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα Reform UK είχε βρεθεί στην κορυφή των δημοσκοπήσεων τον Φεβρουάριο του 2025. Έκτοτε, ωστόσο, η δημοτικότητά του έχει υποχωρήσει και, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις που επικαλείται το άρθρο, συγκεντρώνει πλέον ποσοστό περίπου 20%, υπολειπόμενο τόσο του Εργατικού όσο και του Συντηρητικού Κόμματος.

Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να διεξαχθούν το αργότερο έως το 2029. Το ενδεχόμενο επικράτησης του Reform UK έχει προκαλέσει συζητήσεις σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις στην πολιτική του Λονδίνου έναντι της Ουκρανίας. Παρότι η ηγεσία του κόμματος έχει υιοθετήσει αυστηρότερη ρητορική απέναντι στη Ρωσία, έχει ταυτόχρονα εκφράσει αντιρρήσεις για τη χορήγηση πρόσθετης βοήθειας προς την Ουκρανία. Σε γενικές γραμμές, άλλωστε, το Reform UK δεν έχει επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εξωτερική πολιτική.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αντιθέτως, έχει αναδείξει τις διεθνείς σχέσεις σε κεντρικό πεδίο της πολιτικής του κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του. Η στάση του απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Ρωσία έχει προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι δημόσιες τοποθετήσεις και οι πρωτοβουλίες του έχουν θεωρηθεί ευνοϊκότερες για τη Μόσχα παρά για το Κίεβο.

Ο Τραμπ έχει επιρρίψει ευθύνες στον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι για την αύξηση των τιμών των καυσίμων, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει ότι η Ουκρανία θα πρέπει να αποκτήσει νέο πρόεδρο. Παράλληλα, έχει προχωρήσει σε χαλάρωση περιορισμών που αφορούν την αγορά ρωσικού ντίζελ, ενώ έχει απευθύνει πρόσκληση στον Βλαντίμιρ Πούτιν να συμμετάσχει στη σύνοδο κορυφής της G20, η οποία έχει προγραμματιστεί για τον Δεκέμβριο στο Μαϊάμι.

Η παρουσία του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ στις εργασίες της G20 στην Ατλάντα προκάλεσε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αντιδράσεις από ορισμένους ηγέτες κρατών-μελών. Αντί να αποτελέσει αφορμή για σύγκλιση και συνεννόηση μεταξύ των συμμετεχόντων, η ρωσική παρουσία πυροδότησε έντονες αντιπαραθέσεις. Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, εξυπηρετεί ενδεχομένως τη στρατηγική της Μόσχας, καθώς της προσφέρει τη δυνατότητα να επανέλθει στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματικής σκηνής και να αναδείξει τις διαφωνίες μεταξύ των δυτικών χωρών.

Forbes