Του Steve Forbes

Η ανάκαμψη της ταλαιπωρημένης και “χτυπημένης” από τον πληθωρισμό οικονομίας της Βενεζουέλας θα είναι δύσκολο έργο, ιδίως με την αβεβαιότητα που επικρατεί για την κυβέρνηση που θα διαδεχθεί τον Νικολάς Μαδούρο. Υπάρχουν όμως μερικές ουσιαστικές και θετικές κινήσεις που ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο μπορεί να προωθήσει γρήγορα, καθώς επιβλέπει τη μετάβαση της Βενεζουέλας προς μια γνήσια δημοκρατία.

Κατ’ αρχάς, να κρατήσει μακριά από το Καράκας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Η προσφυγή στο ΔΝΤ θα ήταν μια εύκολη, αλλά καταστροφική κίνηση. Ο οργανισμός προωθεί τοξικές συνταγές που εμποδίζουν την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, με πιο γνωστές τις υποτιμήσεις του νομίσματος και την αύξηση της φορολογίας. Μια παρατεταμένη οικονομική κρίση θα δυσφημίσει μια δημοκρατική κυβέρνηση που υποστηρίζει την ελεύθερη αγορά.

Η υποτίμηση ενός νομίσματος είναι ο ορισμός του πληθωρισμού. Ισχυρή ώθηση στη νέα Βενεζουέλα θα έδινε η δολαριοποίηση της οικονομίας, δηλαδή η γρήγορη αντικατάσταση του σχεδόν μηδενικής αξίας μπολίβαρ με το δολάριο. Δύο κράτη της Λατινικής Αμερικής, ο Ισημερινός και το Ελ Σαλβαδόρ, έκαναν ακριβώς αυτό στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και η αλλαγή αυτή είχε μεγάλη επιτυχία και στις δύο χώρες.

Κατά την προεκλογική του εκστρατεία για την προεδρία της Αργεντινής πριν από δύο χρόνια, ο Χαβιέ Μιλέι υποσχέθηκε να υιοθετήσει το δολάριο ως επίσημο νόμισμα της χώρας του. Δυστυχώς, όπως και η Εύα που δοκίμασε το μήλο, ο Μιλέι δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο “δείπνο” του ΔΝΤ που γλίστρησε στον κήπο του και του πρόσφερε μετρητά σε αντάλλαγμα για να αθετήσει τη δέσμευσή του για δολαριοποίηση της αργεντίνικης οικονομίας. Αποτέλεσμα ήταν η καταστροφική -και εντελώς περιττή- κρίση του πέσο το περασμένο φθινόπωρο, η οποία ανάγκασε τον Μιλέι να παρακαλά την Ουάσιγκτον για ένα πακέτο διάσωσης πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Δεδομένου ότι τα πράγματα δεν έχουν πάει καλά για το πέσο, το πρόγραμμα αυτό είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει, εξέλιξη επικίνδυνη για την εφαρμογή του τολμηρού μεταρυθμιστικού προγράμματος του Μιλέι υπέρ της ελεύθερης αγοράς.

Η Βενεζουέλα θα πρέπει να θεσπίσει ένα απλό, με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, σύστημα, παρόμοιο με αυτό της Σιγκαπούρης, ή με ενιαίο συντελεστή, όπως έχουν κάνει οι Εσθονία και Βουλγαρία. Ο συνδυασμός ενός περιβάλλοντος με πολύ χαμηλή φορολογία και του αμερικανικού δολαρίου ως επίσημου νομίσματος θα έκανε γρήγορα το Καράκας πόλο έλξης για περιφερειακό –και παγκόσμιο– κεφάλαιο. Αυτό θα τόνωνε την εγχώρια οικονομία, αφού θα παραγόταν πλούτος από μια πολύ ευρύτερη βάση και όχι μόνο από τα κοιτάσματα πετρελαίου της Βενεζουέλας.

Μια άλλη κίνηση που θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη θα ήταν η απλοποίηση των διαδικασίων για τη νόμιμη ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι αδειοδοτήσεις και τα τέλη ταλαιπωρούν τις νεοσύστατες επιχειρήσεις και αποτελούν εστία διαφθοράς. Η Νέα Ζηλανδία και η Δανία είναι υποδείγματα για το πώς μπορεί να γίνει αυτό.

Ο υπουργός Εξωτερικών Ρούμπιο θα μπορούσε επίσης να προτείνει στη νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ταμείου πλούτου, στο οποίο θα κατατίθενται κάθε χρόνο ορισμένα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, τα οποία θα διαχειρίζεται το Καράκας όπως ένα αμοιβαίο κεφάλαιο. Μετά από ένα χρονικό διάστημα που αυξηθούν τα περιουσιακά στοιχεία, θα μπορούσαν να θεσπιστούν ετήσια μερίσματα και να διανεμηθούν σε όλους τους πολίτες. Έτσι κάθε πολίτης θα έχει προσωπικό όφελος από μια υγιή πετρελαϊκή βιομηχανία. Η πολιτεία της Αλάσκας διαθέτει ένα τέτοιο ταμείο και θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πρότυπο για τη Βενεζουέλα.

Forbes