Η Κύπρος καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Δείκτη Ισότητας των Φύλων 2025, συγκεντρώνοντας 47,6 μονάδες στις 100. Η βαθμολογία της χώρας παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ανέρχεται στις 63,4 μονάδες.

Παρότι η Κύπρος παρουσιάζει πρόοδο σε βάθος χρόνου, η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι δυσμενής. Από το 2015 η βαθμολογία της έχει αυξηθεί κατά 5,1 μονάδες, ενώ από το 2020 η αύξηση περιορίζεται στις 1,8 μονάδες. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η χώρα βελτιώνεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό από άλλα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα το χάσμα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να διευρύνεται.

Η καλύτερη επίδοση της Κύπρου καταγράφεται στον τομέα της υγείας. Η χώρα συγκεντρώνει 84,4 μονάδες και κατατάσσεται 18η στην ΕΕ, ενώ στον υποτομέα της κατάστασης υγείας βρίσκεται στην 1η θέση με 95,7 μονάδες. Πρόκειται και για τον τομέα με τη μεγαλύτερη βελτίωση από το 2020, καθώς η συνολική βαθμολογία αυξήθηκε κατά 3 μονάδες, κυρίως λόγω της ανόδου κατά 6,7 μονάδες στον υποτομέα της κατάστασης υγείας.

Στην αυτοαξιολόγηση της υγείας, το 75% των γυναικών δηλώνει ότι η υγεία του είναι «καλή» ή «πολύ καλή», ποσοστό σχεδόν ίδιο με εκείνο των ανδρών, που ανέρχεται στο 76%. Το χάσμα μεταξύ των φύλων στο συγκεκριμένο πεδίο εμφανίζεται περιορισμένο.

Θετική εικόνα καταγράφεται και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η Κύπρος έχει το υψηλότερο ποσοστό γυναικών αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ΕΕ, με 73%, έναντι 56% για τους άνδρες. Ωστόσο, η υπεροχή αυτή δεν αποτυπώνεται ισότιμα στην αγορά εργασίας και στην επαγγελματική εξέλιξη. Οι γυναίκες εξακολουθούν να συγκεντρώνονται σε πεδία όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, οι ανθρωπιστικές σπουδές και οι τέχνες, ενώ οι άνδρες κυριαρχούν στους τομείς STEM.

Στον τομέα της γνώσης, η Κύπρος παρουσιάζει οπισθοδρόμηση. Η βαθμολογία μειώθηκε κατά 1,1 μονάδες από το 2020, κυρίως λόγω της πτώσης κατά 5,4 μονάδες στον υποτομέα της επίδοσης και της συμμετοχής.

Στην εργασία, το ποσοστό πλήρους απασχόλησης ισοδύναμου χρόνου για τις γυναίκες φθάνει το 55%, έναντι 64% για τους άνδρες. Το ποσοστό αυτό θεωρείται από τα υψηλότερα για τις γυναίκες στην ΕΕ και έχει αυξηθεί κατά 2,8 μονάδες από το 2020. Παρ’ όλα αυτά, το χάσμα παραμένει έντονο, ιδιαίτερα μεταξύ ζευγαριών με παιδιά.

Οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε θέσεις ευθύνης. Αποτελούν το 26% των διευθυντικών στελεχών, ποσοστό που έχουν αυξηθεί από το 2015, αλλά παραμένει χαμηλά. Την ίδια ώρα, είναι υπερεκπροσωπημένες στους χαμηλόμισθους εργαζομένους, με ποσοστό 33%, έναντι 14% για τους άνδρες.

Στον τομέα του χρήματος, το χάσμα είναι επίσης ευδιάκριτο. Οι διάμεσες αποδοχές των γυναικών ανέρχονται στις 19.636 μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναντι 27.787 για τους άνδρες. Το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων φθάνει το 29%, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ΕΕ, που βρίσκεται στο 25%.

Η μεγαλύτερη αδυναμία της Κύπρου εντοπίζεται στον τομέα της εξουσίας. Η χώρα συγκεντρώνει μόλις 13,6 μονάδες και κατατάσσεται 26η στην ΕΕ. Οι γυναίκες κατέχουν το 17% των υπουργικών θέσεων, ποσοστό μειωμένο κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες από το 2023, το 14% των κοινοβουλευτικών εδρών και το 21% των θέσεων σε τοπικές δημοτικές συνελεύσεις.

Στην επιχειρηματική ηγεσία, οι γυναίκες κατέχουν μόλις το 11% των θέσεων στα διοικητικά συμβούλια των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών, ποσοστό αυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα από το 2023. Αντίστοιχη αύξηση μίας ποσοστιαίας μονάδας καταγράφεται και στην εκπροσώπηση των γυναικών στα ανώτατα όργανα λήψης αποφάσεων των εθνικών ολυμπιακών αθλητικών οργανισμών, όπου το ποσοστό ανέρχεται επίσης στο 11%.

Η εικόνα στον τομέα του χρόνου είναι από τις πιο προβληματικές. Η Κύπρος βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ, με 54,7 μονάδες, λόγω της άνισης κατανομής της φροντίδας και των οικιακών εργασιών. Το 62% των γυναικών ασχολείται καθημερινά με οικιακές εργασίες, έναντι 24% των ανδρών. Στα ζευγάρια με παιδιά, το ποσοστό ανεβαίνει στο 77% για τις γυναίκες, ενώ για τους άνδρες διαμορφώνεται στο 26%.

Σημαντική διάσταση του προβλήματος αποτελούν και οι κοινωνικές αντιλήψεις. Τα έμφυλα στερεότυπα παραμένουν ισχυρά. Το 55% των γυναικών και το 63% των ανδρών συμφωνούν ότι οι άνδρες κερδίζουν περισσότερα επειδή οι δουλειές τους είναι πιο απαιτητικές. Στην ΕΕ τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 36% και 45%.

Παράλληλα, το 45% των γυναικών και το 52% των ανδρών στην Κύπρο συμφωνούν ότι ο σημαντικότερος ρόλος ενός άνδρα είναι να κερδίζει χρήματα. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το 55% των γυναικών και το 72% των ανδρών θεωρούν αποδεκτό ένας άνδρας να ελέγχει τα οικονομικά της συζύγου του, έναντι 26% και 46% αντίστοιχα στην ΕΕ.

Σοβαρή είναι και η εικόνα στο πεδίο της βίας κατά των γυναικών. Το 36% των γυναικών στην Κύπρο έχει βιώσει σωματική ή/και σεξουαλική βία από την ηλικία των 15 ετών, ποσοστό υψηλότερο από το 31% της ΕΕ. Το 76% των γυναικών που έχουν βιώσει τέτοια βία αναφέρει επιπτώσεις στην υγεία, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι ανισότητες δεν πλήττουν όλες τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο. Τα χάσματα μεταξύ των φύλων είναι ευρύτερα μεταξύ ατόμων με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, μεγαλύτερης ηλικίας και γηγενών πληθυσμών. Οι γυναίκες με αναπηρίες και οι γηγενείς γυναίκες καταγράφουν χαμηλότερες επιδόσεις στην απασχόληση και στην εκπαίδευση.

Συνολικά, η Κύπρος εμφανίζει αργή αλλά σταθερή πρόοδο στην ισότητα των φύλων, με ισχυρά σημεία στην υγεία και στο μορφωτικό επίπεδο των γυναικών. Ωστόσο, οι χαμηλές επιδόσεις στην εξουσία, στον χρόνο, στις αποδοχές, στην επαγγελματική ανέλιξη και στις κοινωνικές αντιλήψεις δείχνουν ότι η θεσμική και κοινωνική ισότητα παραμένει ζητούμενο. Η ενίσχυση της εκπροσώπησης των γυναικών στη λήψη αποφάσεων, η μείωση των οικονομικών ανισοτήτων και η αντιμετώπιση των στερεοτύπων αναδεικνύονται ως βασικές προκλήσεις για τα επόμενα χρόνια.