Οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή γίνονται ήδη αισθητές σε πολλές χώρες, από τους αυξημένους λογαριασμούς θέρμανσης στη Βρετανία έως το κλείσιμο σχολείων στο Πακιστάν για λόγους εξοικονόμησης ενέργειας. Σε ανάλυσή του, το BBC εξετάζει πώς η νέα κρίση στην περιοχή αναδιαμορφώνει τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη, δημιουργώντας νέους «κερδισμένους» και «χαμένους».

Όπως επισημαίνεται, οι αναταράξεις στην αγορά ενέργειας δεν επηρεάζουν όλες τις οικονομίες με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένες χώρες ενισχύουν τη θέση τους ως προμηθευτές, ενώ άλλες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος, πληθωριστικές πιέσεις και επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Στους βασικούς ωφελημένους της κρίσης συγκαταλέγονται η Νορβηγία, ο Καναδάς και η Ρωσία. Παρά τη στροφή πολλών οικονομιών προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η παγκόσμια εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο παραμένει υψηλή. Αυτό σημαίνει ότι, σε περιόδους ανόδου των τιμών, οι χώρες με μεγάλα ενεργειακά αποθέματα και δυνατότητα εξαγωγών αποκτούν ισχυρό πλεονέκτημα.

Η κρίση αυτή, ωστόσο, δεν θεωρείται μια συνηθισμένη ενεργειακή αναταραχή. Η Μέση Ανατολή παραμένει η καρδιά της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας, με τα Στενά του Ορμούζ να αποτελούν κρίσιμη οδό για τη διεθνή αγορά. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και η ουσιαστική διακοπή της ροής επηρεάζουν κράτη του Κόλπου, όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία, καθώς η Τεχεράνη στοχοποιεί συμμάχους των ΗΠΑ.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αγοραστές στρέφονται σε εναλλακτικές πηγές. Η Νορβηγία, η οποία είχε ενισχύσει την παραγωγή της μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και την προσπάθεια της Δύσης να περιορίσει την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο, εμφανίζεται ξανά σε πλεονεκτική θέση. Ο Καναδάς επιχειρεί επίσης να παρουσιαστεί ως σταθερός και αξιόπιστος προμηθευτής, αν και παραμένουν ερωτήματα για το εύρος της παραγωγικής του επέκτασης.

Κατά την ανάλυση του BBC, ο μεγαλύτερος ωφελημένος ενδέχεται να είναι η Ρωσία. Καθώς οι ΗΠΑ έχουν χαλαρώσει ορισμένους περιορισμούς για να μετριαστεί η πίεση στην αγορά, οι εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου προς την Ινδία έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η Μόσχα εκτιμάται ότι μπορεί να αποκομίσει έως και 5 δισ. δολάρια επιπλέον μέχρι το τέλος Μαρτίου, καταγράφοντας ενδεχομένως την ισχυρότερη χρονιά της στα έσοδα από καύσιμα από το 2022. Παράλληλα, ευκαιρίες δημιουργούνται και για άλλους μεγάλους εξαγωγείς, όπως η Ινδονησία, λόγω της αυξημένης χρήσης άνθρακα.

Στην πλευρά των χαμένων, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Παρότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου ευνοούν την αμερικανική οικονομία, το BBC σημειώνει ότι η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες μπορεί να ενισχύσουν τα έσοδά τους, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ωφελείται συνολικά η οικονομία.

Ορισμένες επιχειρήσεις πλήττονται άμεσα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ενώ ειδικά στον τομέα του σχιστολιθικού πετρελαίου δεν είναι εύκολο να αυξηθεί γρήγορα η παραγωγή. Πάνω απ’ όλα, οι ΗΠΑ παραμένουν μία από τις μεγαλύτερες καταναλώτριες χώρες πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες στις διακυμάνσεις των τιμών. Σύμφωνα με οικονομολόγους, εάν οι τιμές φτάσουν και παραμείνουν στα 140 δολάρια το βαρέλι, δεν αποκλείεται να προκληθεί ακόμη και συρρίκνωση της οικονομίας.

Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, όπου η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια παραμένει έντονη. Η αύξηση των τιμών επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, τροφοδοτεί τον πληθωρισμό και δυσχεραίνει τις προοπτικές ανάπτυξης. Παρότι οι δυτικές οικονομίες είναι περισσότερο θωρακισμένες απέναντι σε ενεργειακά σοκ σε σχέση με το παρελθόν, η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν έχει εκλείψει.

Σημαντικός είναι και ο αντίκτυπος στην Ασία. Η περιοχή εισάγει το 59% του πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή, ενώ η Νότια Κορέα καλύπτει από εκεί έως και το 70% των αναγκών της. Η ανησυχία επεκτείνεται και στη βιομηχανία τεχνολογίας, καθώς η χώρα διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην παγκόσμια παραγωγή τσιπ μνήμης.

Σε ορισμένες οικονομίες οι πιέσεις έχουν ήδη μεταφραστεί σε έκτακτα μέτρα. Στη Σρι Λάνκα, το Μπαγκλαντές και τις Φιλιππίνες έχουν εφαρμοστεί πολιτικές όπως δελτίο καυσίμων, τετραήμερη εργασία και κλείσιμο σχολείων. Αντίθετα, η Κίνα και η Ινδία εμφανίζονται πιο προστατευμένες, καθώς έχουν ενισχύσει τα αποθέματά τους και έχουν διαφοροποιήσει τις προμήθειές τους, μεταξύ άλλων μέσω της Ρωσίας.

Η τελική έκβαση για την παγκόσμια οικονομία θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης. Όσο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι επιπτώσεις να μην περιοριστούν σε επιμέρους χώρες, αλλά να αποκτήσουν ευρύτερη διεθνή διάσταση.

Από τους “φουσκωμένους” λογαριασμούς θέρμανσης σε σπίτια στη Βρετανία μέχρι τα κλειστά σχολεία στο Πακιστάν για λόγους εξοικονόμησης, οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή γίνονται ήδη έντονα αισθητές.

Ανάλυση του BBC επιχειρεί να χαρτογραφήσει τους “κερδισμένους” και τους “χαμένους” της κρίσης. Όπως επισημαίνεται, οι αναταράξεις στην αγορά ενέργειας επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο τις οικονομίες διεθνώς, καθώς την ώρα που ορισμένες χώρες ενισχύουν τη θέση τους, άλλες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος και πιέσεις καθώς οι συνέπειες δεν κατανέμονται ισότιμα. Δίπλα σε μια μεγάλη λίστα χωρών που πλήττονται, υπάρχουν και εκείνες που φαίνεται να ωφελούνται. Ποιες είναι αυτές;

Οι “κερδισμένοι”: Νορβηγία, Καναδάς και Ρωσία

Παρά τις προσπάθειες για στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο κόσμος παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένος από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Τα μεγάλα αποθέματα υπόσχονται σημαντικά κέρδη – γι’ αυτό και το πετρέλαιο έχει χαρακτηριστεί “μαύρος χρυσός”. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, οι παραγωγοί κερδίζουν, ενώ οι καταναλωτές επιβαρύνονται.Play Video

Ωστόσο, αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη ενεργειακή κρίση. Η Μέση Ανατολή παραμένει η “καρδιά” της παγκόσμιας προσφοράς, με τα Στενά του Ορμούζ να αποτελούν βασική αρτηρία. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και η ουσιαστική διακοπή της ροής έχουν πλήξει χώρες του Κόλπου, όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία, καθώς η Τεχεράνη στοχοποιεί συμμάχους των ΗΠΑ.

Καθώς οι αγοραστές αναζητούν εναλλακτικές πηγές, χώρες όπως η Νορβηγία και ο Καναδάς ενδέχεται να ωφεληθούν. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και την προσπάθεια της Δύσης να απεξαρτηθεί από το ρωσικό αέριο, η Νορβηγία αύξησε την παραγωγή της και εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία. Ο Καναδάς, από την πλευρά του, προσπαθεί να προβάλλει τον εαυτό του ως “σταθερό και αξιόπιστο” προμηθευτή ενέργειας, αν και υπάρχουν αμφιβολίες για το πόσο μπορεί να αυξήσει την παραγωγή του. Την ίδια ώρα, η Ρωσία ενδέχεται να είναι ο μεγαλύτερος ωφελημένος. Καθώς οι ΗΠΑ χαλαρώνουν ορισμένους περιορισμούς για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη στην αγορά, οι εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου προς την Ινδία έχουν αυξηθεί κατά 50%.

Εκτιμάται ότι η Μόσχα μπορεί να αποκομίσει έως και 5 δισ. δολάρια επιπλέον μέχρι το τέλος Μαρτίου, ενώ ενδέχεται να καταγράψει την καλύτερη χρονιά σε έσοδα από καύσιμα από το 2022. Παράλληλα, η αύξηση της χρήσης άνθρακα δημιουργεί ευκαιρίες και για μεγάλους εξαγωγείς, όπως η Ινδονησία.

Οι “χαμένοι”: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρώπη

Τι ισχύει όμως για τις ίδιες τις ΗΠΑ; Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει ότι όταν αυξάνονται οι τιμές του πετρελαίου, η χώρα “βγάζει πολλά χρήματα”. Πράγματι, οι Αμερικανοί παραγωγοί μπορεί να δουν σημαντικά κέρδη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η οικονομία συνολικά ωφελείται.

Αφενός, ορισμένες εταιρείες πλήττονται άμεσα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Για παράδειγμα, η ExxonMobil έχει εγκαταστάσεις στο Κατάρ που έχουν επηρεαστεί από επιθέσεις. Αφετέρου, πολλοί παραγωγοί –ιδίως στον τομέα του σχιστολιθικού πετρελαίου– δεν μπορούν να αυξήσουν γρήγορα την παραγωγή τους.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι Αμερικανοί είναι από τους μεγαλύτερους καταναλωτές πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως. Από τη θέρμανση τον χειμώνα μέχρι τις μετακινήσεις, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στις αυξομειώσεις των τιμών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομολόγων, αν οι τιμές του πετρελαίου φτάσουν τα 140 δολάρια και παραμείνουν εκεί, υπάρχει κίνδυνος συρρίκνωσης της οικονομίας. Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια. Η άνοδος των τιμών ενισχύει τον πληθωρισμό και επιβαρύνει την ανάπτυξη.

Παρότι οι δυτικές οικονομίες είναι πλέον πιο ανθεκτικές σε ενεργειακά σοκ σε σχέση με το παρελθόν, η εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο παραμένει υψηλή, επηρεάζοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Στην Ασία, ο αντίκτυπος είναι επίσης σημαντικός. Η περιοχή εισάγει το 59% του πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή, ενώ η Νότια Κορέα φτάνει έως και το 70%. Οι ανησυχίες επικεντρώνονται και στη βιομηχανία τεχνολογίας, καθώς η Νότια Κορέα παράγει πάνω από το μισό των τσιπ μνήμης παγκοσμίως.

Σε άλλες χώρες, όπως η Σρι Λάνκα, το Μπαγκλαντές και οι Φιλιππίνες, έχουν ήδη ληφθεί μέτρα όπως δελτίο καυσίμων, τετραήμερη εργασία και κλείσιμο σχολείων. Αντίθετα, η Κίνα και η Ινδία εμφανίζονται πιο προστατευμένες, έχοντας αυξήσει τα αποθέματά τους και στραφεί σε εναλλακτικές προμήθειες, όπως η Ρωσία.

Το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση εξαρτάται από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης. Όσο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος όχι μόνο για μεμονωμένες οικονομίες, αλλά και για ευρύτερες επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πηγή: TheToc