Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενόψει της συνεδρίασης της 9ης και 10ης Σεπτεμβρίου, καθώς η ένταση στον Περσικό Κόλπο και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καλείται να αποφασίσει εάν θα προχωρήσει σε δεύτερη αύξηση των επιτοκίων, προκειμένου να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, με τον κίνδυνο όμως να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη και το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Το πρόβλημα είναι εντονότερο στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων κινήθηκαν οριακά πάνω από το 4%. Ανοδικές πιέσεις δέχεται και το γερμανικό χρέος, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να φτάνει το 3,25%.

Κοντά στο 3% ο πληθωρισμός έως το τέλος του 2026

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, εκτίμησε ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα κινηθεί κοντά στο 3% μέχρι το τέλος του 2026, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2%.

Απέφυγε, ωστόσο, να απαντήσει ευθέως εάν η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα οδηγήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, όπως έχουν ήδη προεξοφλήσει οι αγορές. Περιορίστηκε να δηλώσει ότι η ΕΚΤ θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να «δαμάσει» τον πληθωρισμό.

Από τον Μάρτιο, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και ακολούθησε η άνοδος των τιμών της ενέργειας, η ΕΚΤ διαμηνύει ότι δεν σκοπεύει να καθυστερήσει την αντίδρασή της σε μια νέα απότομη επιτάχυνση του πληθωρισμού.

Η στάση αυτή αντανακλά την εμπειρία του 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε ενεργειακό σοκ και εκτόξευση των τιμών, με την ΕΚΤ να δέχεται κριτική ότι καθυστέρησε να αυστηροποιήσει τη νομισματική πολιτική.

Ανθεκτική ανάπτυξη, αλλά ακριβότερο χρέος

Η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφάνισε ανθεκτικότητα, καταγράφοντας ανάπτυξη 0,4% το δεύτερο τρίμηνο. Η θετική εικόνα, ωστόσο, συνοδεύτηκε από έντονη άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.

Η εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές ενέργειας την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις κρίσεις εφοδιασμού και στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Οι φόβοι για παρατεταμένη ενεργειακή πίεση οδήγησαν σε ευρύτερο sell-off στις ευρωπαϊκές αγορές χρέους.

Στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου τα δημοσιονομικά προβλήματα και τα υψηλά επίπεδα χρέους προκαλούν ήδη ανησυχίες, οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων ξεπέρασαν οριακά το 4%.

Από τις πιέσεις δεν εξαιρέθηκε ούτε η Γερμανία. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης δανείζεται πλέον από τις αγορές με απόδοση περίπου 3,25%, ενώ πριν από πέντε χρόνια μπορούσε να εκδίδει χρέος με αρνητικά επιτόκια.

Νέα αύξηση ή στάση αναμονής

Μια δεύτερη αύξηση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ, ακόμη και κατά 25 μονάδες βάσης, αναμένεται να επηρεάσει και τις αγορές ομολόγων, ενισχύοντας περαιτέρω τις αποδόσεις και το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.

Η αύξηση του κόστους του χρήματος αποτελεί βασικό εργαλείο για τον περιορισμό της ζήτησης και, κατ’ επέκταση, του πληθωρισμού. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της πολιτικής σε μια περίοδο αδύναμης ανάπτυξης ενέχει σημαντικούς κινδύνους.

Οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης δυσκολεύονται ήδη να εξασφαλίσουν θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένη στασιμότητα ή ακόμη και ύφεση, ιδίως εάν υπάρξει νέα κλιμάκωση των συγκρούσεων στον Περσικό Κόλπο.

Η ΕΚΤ καλείται, επομένως, να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη καταπολέμησης του πληθωρισμού και στον κίνδυνο να προκαλέσει πρόσθετη επιβράδυνση της οικονομίας.

Δύσκολο φθινόπωρο για την Ευρώπη

Οι προοπτικές περιπλέκονται περαιτέρω από τις δυσκολίες που αναμένεται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη στην αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα.

Η αβεβαιότητα γύρω από τον ενεργειακό εφοδιασμό μπορεί να διατηρήσει αυξημένες τις τιμές του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, ενισχύοντας τόσο τον πληθωρισμό όσο και τις πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων.

Το ενδεχόμενο νέου ενεργειακού σοκ περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της ΕΚΤ. Εάν τα επιτόκια παραμείνουν αμετάβλητα, υπάρχει κίνδυνος οι πληθωριστικές πιέσεις να εδραιωθούν. Εάν αυξηθούν, το κόστος χρηματοδότησης για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα γίνει ακόμη μεγαλύτερο.

Η επιστροφή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου στη Φρανκφούρτη αναμένεται, συνεπώς, να συνοδευτεί από δύσκολες αποφάσεις, ιδιαίτερα εάν η ΕΚΤ επιλέξει να διατηρήσει επιθετική στάση απέναντι στον πληθωρισμό.

Οι αγορές προεξοφλούν μία έως δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν από την κεντρική τράπεζα να διατηρήσει αμετάβλητο το κόστος δανεισμού, προκειμένου να προστατευθούν η ανάπτυξη και η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

Capital.gr