Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Lionel Laurent
Αυτή την εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συνεδριάσει για να αποφασίσει σχετικά με μια πιθανή αύξηση των επιτοκίων, σε μια κρίσιμη στιγμή για την οικονομία της ευρωζώνης. Ο αυξανόμενος πληθωρισμός, στον οποίο συμβάλλει και ο πόλεμος στο Στενό του Ορμούζ, θα βρίσκεται στην κορυφή των θεμάτων στην ατζέντα των υπευθύνων για τον καθορισμό των επιτοκίων. Ωστόσο, το έργο τους γίνεται όλο και πιο δύσκολο λόγω της ραγδαίας ανόδου της υποστήριξης προς τα λαϊκιστικά κόμματα στη Γερμανία και τη Γαλλία.
Είναι μια δύσκολη στιγμή για αύξηση του κόστους δανεισμού. Το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα AfD μόλις σημείωσε μια θριαμβευτική νίκη στη Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν της ριζοσπαστικής αριστεράς ζήτησε την διαγραφή του γαλλικού χρέους που διακρατεί η ΕΚΤ. Καθώς τα υψηλότερα επιτόκια ενδέχεται να περιορίσουν περαιτέρω την ανάπτυξη και με την πολιτική πόλωση να τροφοδοτείται ήδη από την οικονομική αδυναμία της ηπείρου, η διάθεση των ψηφοφόρων ενδέχεται να επιδεινωθεί.
Η αύξηση των επιτοκίων θεωρείται δοκιμασία για τη θεσμική αξιοπιστία της ΕΚΤ. Το επιχείρημα είναι ότι η ΕΚΤ πρέπει να ανταποκριθεί στις πιέσεις των τιμών, παρά την τυχόν δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, και να αγνοήσει τις προσπάθειες πολιτικής παρέμβασης στη νομισματική πολιτική, ένα κορυφαίο ζήτημα που θα αντιμετωπίσει όποιος διαδεχθεί την Κριστίν Λαγκάρντ στη θέση του προέδρου. Σε συνέντευξή του στην Le Monde, ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Γιόαχιμ Νάγκελ, ο οποίος υποστηρίζει την αύξηση των επιτοκίων, δήλωσε ότι “ανησυχεί” για τη λαϊκή υποστήριξη σε “ανεύθυνες” πολιτικές, όπως οι εκκλήσεις του AfD για έξοδο της χώρας του από το ενιαίο νόμισμα. Επίσης, επέκρινε σφοδρά την έκκληση του Μελανσόν για διαγραφή του χρέους, χαρακτηρίζοντάς την ως παράνομη μορφή χρηματοδότησης του χρέους και παρομοιάζοντάς την με ένα υπερπληθωριστικό “Κουτί της Πανδώρας”.
Το πρόβλημα είναι ότι η διατήρηση της νομισματικής αξιοπιστίας ενέχει ένα πραγματικό δυνητικό κόστος. Στοιχεία της περασμένης εβδομάδας έδειξαν ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 3,3%, το υψηλότερο επίπεδό του εδώ και σχεδόν τρία χρόνια και σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ. Ωστόσο, ο δομικός πληθωρισμός, εξαιρουμένων των επιδράσεων ευμετάβλητων στοιχείων όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια, υποχώρησε στο 2,4%. Αυτό υποδηλώνει ότι το σπιράλ μισθών-τιμών που τόσο φοβούνται οι κεντρικοί τραπεζίτες, κατά το οποία οι μισθοί αυξάνονται για να συμβαδίσουν με τις τιμές και ο πληθωρισμός εδραιώνεται, δεν συμβαίνει, και ότι η περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής ενδέχεται να προκαλέσει περιττή ζημιά στην ανάπτυξη. Οι οικονομολόγοι είναι δικαιολογημένα επιφυλακτικοί σχετικά με περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων μετά από αυτή την συνεδρίαση.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, τα προβλήματα της οποίας τροφοδοτούν τη στροφή των ψηφοφόρων προς τον λαϊκισμό και καθιστούν ιδέες όπως η διαγραφή του χρέους πιο ελκυστικές, παρά τις ενδεχόμενες σοβαρές συνέπειες. Η χώρα πλήττεται από ένα διπλό χτύπημα: την ελεύθερη πτώση του ονομαστικού ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ και τις αποδόσεις των ομολόγων, οι οποίες σκαρφαλώνουν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008.

Όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, αυτή η απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας οφείλεται τόσο στην παγκόσμια πτώση των τιμών των ομολόγων (για την οποία μπορεί να ευχαριστήσει σε μεγάλο βαθμό τις ΗΠΑ) όσο και στον εσωτερικό πολιτικό κίνδυνο που συνδέεται με την αρκετά υψηλή πιθανότητα να εκλεγεί πρόεδρος η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν. Ο πληθωρισμός στη Γαλλία βρίσκεται πάνω από τον στόχο, αλλά αυτό οφείλεται σαφώς περισσότερο σε προβλήματα προσφοράς – όπως η τιμή της ενέργειας – παρά σε ανεξέλεγκτη ζήτηση. Μια αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ θα έκανε αυτό το κοκτέιλ ακόμα πιο εκρηκτικό.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν πρέπει να συγχέουν τον πληθωρισμό που παρατηρείται στην αμερικανική οικονομία, η οποία αντλεί δύναμη από την τεχνητή νοημοσύνη, με αυτόν της Γαλλίας και της Γερμανίας, όπου η ετήσια ανάπτυξη αναμένεται να είναι κάτω από το 1%. Μια πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση θα βοηθούσε. Ο Μάριο Ντράγκι, ο προκάτοχος της Λαγκάρντ, το επισήμανε πέρυσι, υποστηρίζοντας ότι τα επιτόκια των ΗΠΑ συσχετίζονται πολύ περισσότερο με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επιτόκια παρά με ό,τι επιλέξουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ. “Αν κάποιες επιπτώσεις από τις ΗΠΑ μεταφερθούν στην Ευρώπη, τα επιτόκια πολιτικής δεν αποτελούν ένα καλό εργαλείο για την ΕΚΤ”, είπε.
Ο πρώην πρόεδρος υπογράμμισε επίσης τη δύναμη του ισολογισμού της ΕΚΤ, η οποία θα πρέπει να επιτρέψει μεγαλύτερη ευελιξία ώστε να αποφευχθεί μια τιμωρία των βασικών οικονομιών του ευρώ. Ο ισολογισμός έχει συρρικνωθεί κατά 1 τρισεκατομμύριο ευρώ (1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια) μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Σεπτεμβρίου 2026.
Ωστόσο, η πολιτική θα δυσκολέψει πιθανώς την υιοθέτηση πιο διαφοροποιημένων προσεγγίσεων. Η άνοδος του ευρωφοβικού AfD αποτελεί ένδειξη της υποστήριξης των Γερμανών ψηφοφόρων προς μια αδιάλλακτη στάση όσον αφορά τη μη διάσωση των χωρών της ζώνης του ενιαίου νομίσματος που ξοδεύουν αλόγιστα. Αλλά το γεγονός ότι ο Μελανσόν βρίσκεται δεύτερος στις δημοσκοπήσεις, δείχνει ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι μπαίνουν στον πειρασμό να “διασώσουν” οι ίδιοι τους εαυτούς τους, προκειμένου να αποφύγουν την αντιμετώπιση των σπάταλων κοινωνικών δαπανών και των συνταξιοδοτικών εξόδων της χώρας.
Αυτά θα προστεθούν σε μια ήδη τρομακτική πρόκληση για τους αξιωματούχους της ΕΚΤ. Πρέπει μήπως να επιμείνουν πεισματικά στην αποστολή τους για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, ακόμη και αν αυτό ωθήσει τη Γαλλία πιο κοντά στην κρίση και χαρίσει στην απερίσκεπτη στάση του Μελανσόν μεγαλύτερη υποστήριξη; Θα αρκούν τα εργαλεία που έχουν σχεδιαστεί για τον περιορισμό της πίεσης στο ευρώ για να ηρεμήσουν τις αγορές, αν τα δύο βασικά μέλη της ευρωζώνης βρίσκονται σε σύγκρουση; Η θέση του κεντρικού τραπεζίτη σπάνια είναι άνετη, αλλά είναι πιθανό να δούμε πολύ μεγαλύτερες μάχες στο μέλλον.
Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να υποθέσουμε ότι οι απλοϊκές και ριζοσπαστικές λύσεις της AfD και του Μελανσόν θα επικρατήσουν στις αντίστοιχες χώρες τους. Ωστόσο, το διακύβευμα είναι μεγάλο, αν λάβουμε υπόψη ότι η επόμενη κρίση θα ξεσπάσει σε μια ήπειρο που ταλανίζεται από ενδημική οικονομική αδυναμία, πολιτική πόλωση και το γεωπολιτικό χάος που έχει επιφέρει η παγκόσμια τάξη του Ντόναλντ Τραμπ.
Το 2012, η ΕΚΤ υπό τον Ντράγκι ανέλαβε τον ρόλο του ενήλικα στην αίθουσα και προχώρησε σε αγορές ομολόγων με τη λογική του “whatever it takes” για να σώσει το ευρώ. Στην κορύφωση της πανδημίας, το Βερολίνο και το Παρίσι ένωσαν τις δυνάμεις τους για να κάνουν ένα ιστορικό βήμα προς την κατεύθυνση του κοινού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τα κόμματα που αντιτίθενται στο ευρώ να κερδίζουν έδαφος στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, οι επενδυτές είναι πολύ πιθανό να αναρωτηθούν ποιος θα είναι εκεί για να πει αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις όταν έρθει η επόμενη κατάρρευση.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου