Στριμώχνει τις τράπεζες της Ευρωζώνης η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), καθώς αναμένει μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους όλες όσες βρίσκονται υπό την εποπτεία της να είναι πλήρως ευθυγραμμισμένες με όλες τις εποπτικές προσδοκίες σχετικά με τη χρηστή διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα και το περιβάλλον (C&E).
Aν δεν συμμορφωθούν θα πρέπει να πληρώνουν πρόστιμο για κάθε μέρα που οι ελλείψεις παραμένουν ακάλυπτες.
Το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Frank Elderson χρησιμοποιεί ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, με αναφορές στο ιστολόγιο της εποπτείας.
Σημειώνει «οι περισσότερες τράπεζες έχουν πλέον συντάξει αξιολογήσεις σημαντικότητας που είναι σύμφωνες με τις εποπτικές προσδοκίες μας. Αυτά είναι καλά νέα, αλλά είναι μόνο το πρώτο βήμα. Υπάρχει πολύ περισσότερη δουλειά μπροστά μας». Το 2024, αναφέρει, είναι μια κρίσιμη χρονιά για τις τράπεζες, ώστε να σημειώσουν αποφασιστική πρόοδο όσον αφορά την ανθεκτικότητά τους στους κινδύνους C&E, για το κλίμα και το περιβάλλον.
Το 2019, λιγότερο από το ένα τέταρτο των τραπεζών υπό την εποπτεία μας, αναφέρει το στέλεχος της ΕΚΤ, «είχαν αποδεδειγμένα προβληματιστεί σχετικά με το πώς οι κλιματικές και περιβαλλοντικές κρίσεις επηρέαζαν τη διαχείριση κινδύνων τους. Αυτή η παρατήρηση ήταν προφανώς ανησυχητική, επομένως το 2020 η ΕΚΤ δημοσίευσε έναν οδηγό για τους κινδύνους C&E, που καθορίζει σαφείς εποπτικές προσδοκίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες θα πρέπει να ενσωματώσουν αυτούς τους κινδύνους στη διαχείριση, τη στρατηγική και τη διακυβέρνησή τους».
Οι περισσότερες, αλλά όχι όλες, από τις τράπεζες που είναι υπό την εποπτεία μας έκαναν σημαντικά βήματα για να προωθήσουν την αξιολόγηση σημαντικότητας έως την προθεσμία του Μαρτίου 2023, σημειώνει ο Frank Elderson. «Συνολικά, βλέπουμε ότι οι αξιολογήσεις σημαντικότητας των τραπεζών γίνονται πιο εύρωστες. Οι περισσότερες τράπεζες υποβάλλουν τώρα μια ουσιαστική επισκόπηση των σημαντικών ανοιγμάτων σε κίνδυνο C&E για κάθε κατηγορία κινδύνου και σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες στα διοικητικά τους όργανα, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με τις επακόλουθες ενέργειες. Έχουμε δει παραδείγματα τραπεζών που άρχισαν να διαθέτουν κεφάλαια για την κάλυψη αυτών των κινδύνων και έχουν βελτιώσει τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων ώστε να αντικατοπτρίζουν την αυξημένη σημαντικότητα».
Βήματα από Τράπεζα Κύπρου
Οι κυπριακές συστημικές τράπεζες κάνουν προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση και ήδη γίνονται αναφορές στις οικονομικές τους καταστάσεις.
H Tράπεζα Κύπρου αναφέρει ότι, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί το χαρτοφυλάκιο των ενυπόθηκων δανείων του συγκροτήματος με το σενάριο κλιματικής αλλαγής και ουσιαστικά να είναι εκτεθειμένο σε χαμηλότερους κίνδυνους μετάβασης, το σημείο αναφοράς στις 31 Δεκεμβρίου 2022 των 53.5 kgCO2e/m2 θα πρέπει να μειωθεί κατά 43% μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2030.
Η συγκέντρωση άνθρακα στο χαρτοφυλάκιο ενυπόθηκων δανείων στις 31 Δεκεμβρίου 2023 υπολογίστηκε στα 50.73 kgCO2e/m2, πετυχαίνοντας περίπου 5% μείωση σε σχέση με το σημείο αναφοράς, λόγω αυξημένης εγκατάστασης φωτοβολταϊκών συστημάτων σε οικιστικά κτίρια το 2023.
Στα τέλη του 2023, η τράπεζα εισήγαγε την προσφορά ενός πράσινου στεγαστικού προϊόντος για να συμβάλει στην επίτευξη του στόχου απαλλαγής από τον άνθρακα στα ενυπόθηκα δάνεια και ουσιαστικά να μειώσει τον κίνδυνο μετάβασης στον οποίο είναι εκτεθειμένη.
Επιπρόσθετα, η Τράπεζα Κύπρου έχει θέσει όρια δανεισμού και επενδύσεων σε κλάδους υψηλής συγκέντρωσης άνθρακα, οι οποίοι θεωρούνται κλάδοι υψηλού κινδύνου μετάβασης. Επίσης, έχοντας εισάγει και υλοποιώντας τη διαδικασία Αξιολόγησης Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος (Business Environment Scan process), η τράπεζα έχει θέσει νέους στόχους πράσινης χρηματοδότησης ή χρηματοδότησης μετάβασης σε συγκεκριμένους τομείς για να υποστηρίξει τη μετάβαση των πελατών της σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα, έτσι ώστε να διαχειριστεί αποτελεσματικά τους κινδύνους μετάβασης.
Πώς προχωρεί η Ελληνική
H Eλληνική Τράπεζα αναφέρει ότι έχει λάβει την πρώτη της αξιολόγηση ESG τον Απρίλιο του 2023, με συνολική βαθμολογία 45/100. Η τράπεζα στοχεύει να βελτιώσει την αξιολόγηση ESG έως το 2025.
Οι τομείς βελτίωσης έχουν εντοπιστεί και θεωρείται ότι η υλοποίηση τους θα αυξήσει τη συνολική βαθμολογία της τράπεζας. Η εφαρμογή του σχεδίου δράσης για τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κίνδυνους βρίσκεται σε εξέλιξη. Επίσης, η τράπεζα συμμετέχει σε μια πρωτοβουλία σε επίπεδο τραπεζικού κλάδου για την αξιολόγηση ESG των πελατών μέσω ενός ερωτηματολογίου ESG που θα βοηθήσει επίσης τους πελάτες στην πράσινη και βιώσιμη μετάβαση τους.
Η τράπεζα αναγνωρίζει ότι οι σχετικοί κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι (CE) αποτελούν πηγή κινδύνων με πολλές πιθανές οικονομικές συνέπειες στα επιχειρηματικά μοντέλα και στις χρηματοοικονομικές επιδόσεις της Τράπεζας. Η τράπεζα λαμβάνει υπόψη τις σχετικές αρχές ESG κατά την αξιολόγηση των επιχειρηματικών κινδύνων και ευκαιριών.
Οι φυσικοί κίνδυνοι αναφέρει στην ετήσια οικονομική έκθεση η Ελληνική, προκύπτουν ως αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων όπως τυφώνες, πλημμύρες και πυρκαγιές και μακροπρόθεσμες αλλαγές των κλιματικών φαινομένων, όπως σταθερά υψηλότερες θερμοκρασίες, κύματα καύσωνα, ξηρασίες και άνοδος της στάθμης της θάλασσας και άλλων κινδύνων.
Οι κίνδυνοι μετάβασης μπορεί να προκύψουν από τις προσαρμογές στην οικονομία (μηδενικών εκπομπών άνθρακα), π.χ. αλλαγές στα νομοθετικά πλαίσια και κανονισμούς, δικαστικές αγωγές λόγω αποτυχίας μείωσης ή προσαρμογής, και αλλαγές στην προσφορά και τη ζήτηση για συγκεκριμένα προϊόντα πρώτης ανάγκης και υπηρεσίες λόγω αλλαγών στη καταναλωτική συμπεριφορά και στην επενδυτική ζήτηση. Αυτοί οι κίνδυνοι, σημειώνει, υπόκεινται σε αυξανημένο κανονιστικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, τόσο εντός της χώρας όσο και διεθνώς.
Παρόλο που ορισμένοι φυσικοί κίνδυνοι μπορεί να είναι προβλέψιμοι, υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες ως προς την έκταση και τη χρονική στιγμή της εκδήλωσής τους. Όσον αφορά τους κινδύνους μετάβασης, παραμένουν αβεβαιότητες ως προς τις επιπτώσεις των επικείμενων κανονιστικών αλλαγών και μεταβολών πολιτικής, καθώς και αλλαγές στη ζήτηση των καταναλωτών και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Δεν μπορούμε πλέον να κλείνουμε τα μάτια
Οι σημαντικοί χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι δεν περιορίζονται μόνο στην κλιματική αλλαγή, αλλά αφορούν και ευρύτερους κινδύνους που σχετίζονται με τη φύση, που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν.
Σύμφωνα με το στέλεχος της ΕΚΤ Frank Elderson, «είναι ενθαρρυντικό ότι ορισμένες τράπεζες έχουν λάβει συγκεκριμένα μέτρα για να ποσοτικοποιήσουν τη σημασία των ανοιγμάτων τους σε κινδύνους που σχετίζονται με τη φύση.
Για παράδειγμα, μια τράπεζα έτρεξε πολλά σενάρια για να προσομοιώσει απώλειες από φυσικό και μεταβατικό κίνδυνο, που προέρχονται από τη συνεχιζόμενη απώλεια βιοποικιλότητας και την αυξημένη λειψυδρία. Καθώς οι εποπτικές προσδοκίες μας καλύπτουν ρητά και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους, το να κλείνουμε τα μάτια στην ουσιαστικότητα αυτών των κινδύνων σαφώς δεν είναι πλέον συμβατό με τη χρηστή διαχείριση κινδύνων».
Εν κατακλείδι, σημειώνει, «η τραπεζική εποπτεία της ΕΚΤ θα συνεχίσει να παίζει τον ρόλο της στην ώθηση των τραπεζών να εντοπίσουν, να μετρήσουν και –κυρίως– να διαχειριστούν σημαντικούς κινδύνους».