Στις 23 Μαϊου ο «Φιλελεύθερος» έγραψε ότι εντείνεται η λήψη πρόσθετων μέτρων για αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας, με το Υπουργείο Εργασίας να ετοιμάζει νομοσχέδια που φιλοδοξούν να αυστηροποιήσουν τις ποινές, με διπλασιασμό και των προστίμων.
Όμως, επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπου απασχολούνται μεταξύ άλλων και ανειδίκευτοι εργαζόμενοι ή αλλοδαποί ωρομίσθιοι, με ή χωρίς άδεια εργασίας, εκφράζουν έντονη επιφύλαξη κατά πόσον τα νέα κυβερνητικά μέτρα θα αποδειχθούν αυτή τη φορά αποτελεσματικά και αποτρεπτικά.
Η κατάσταση έχει ξεφύγει, εις γνώση των αρμοδίων, επισημαίνουν οι ίδιες πηγές και επικρατεί, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα εστιατόρια, η παροχή υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης και η διανομή τροφίμων, αυθαιρεσία.
Όπως μας αναφέρθηκε, εργαζόμενοι και εργοδότες συνεννοούνται, για παράδειγμα, να εμφανίζουν 80 ώρες επίσημης εργασίας και να πληρώνονται 5,80 την ώρα, συν τις νόμιμες εισφορές. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, εργαζόμενοι δουλεύουν άλλες 100-120 ώρες «μαύρες» (αδήλωτες), χωρίς κανένα αποδεικτικό έγγραφο, χωρίς να αμείβονται με 5,80 ευρώ την ώρα αλλά με 4 – 4.8 ευρώ στο χέρι. Για πολλούς εργαζόμενους αρκεί δυστυχώς να φτάσουν συνολικό εισόδημα 1000 ευρώ, «όλα μαζί». Δηλωμένα και αδήλωτα…
Έτσι, ο εργαζόμενος παίρνει «αυτό που θέλει» (υπό τις δεδομένες συνθήκες στην οικονομία και στο εργασιακό περιβάλλον), ο εργοδότης δεν πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές ή ΓΕΣΥ, το κόστος στον πελάτη είναι από μισό έως ένα ευρώ χαμηλότερο… και όλοι happy! Ποιος χάνει;
Α) το κράτος χάνει τα έσοδα από εισφορές και φορολογίες και Β) υποβαθμίζεται η ποιότητα και υπο-εξυπηρετούνται οι πελάτες, καθώς οι εργοδότες, για παράδειγμα στον τομέα του «σεκιούριτι», δεν ενδιαφέρονται να επενδύουν στο προσωπικό τους, δεν το εκπαιδεύουν, δεν παρακολουθούν τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις του, κτλ.
Οι τιμές πέφτουν συνεχώς πιο χαμηλά, μέσω της μείωσης του κόστους από την αξιοποίηση της αδήλωτης ή ημιαδήλωτης εργασίας και την υποβάθμιση άλλων υπηρεσιών. Για παράδειγμα, κάποιοι εργοδότες δεν διαθέτουν διοικητικό προσωπικό, δεν οργανώνουν εκπαιδεύσεις και δεν ασκούν ποιοτικό έλεγχο. Επίσης, δεν διαθέτουν συστήματα πληροφορικής για τα στοιχεία των εργοδοτουμένων τους, τα ωφελήματα, τις εισφορές, ούτε καν τη μισθοδοσία και την παραχώρηση του σχετικού εντύπου, όπως επιβάλλει πλέον η εναρμονιστική νομοθεσία.
Επιπλέον, αναφέρουν οι ίδιες πηγές, αυτές οι εταιρίες, που υποβαθμίζουν ποιότητα – κόστος λειτουργίας – αμοιβές, δεν διαθέτουν συστήματα πληροφορικής ασφαλειας απέναντι στις κυβερνοεπιθέσεις αλλά ούτε και σύστημα προστασίας προσωπικών δεδομένων, παρόλο που οι φρουροί τους χειρίζονται πλήθος ευαίσθητων δεδομένων πελατών τους.
Η κατά συρροή παραβίαση νομοθεσιών είναι αναμφισβήτητη. Το συνολικό κόστος εργοδότησης την ώρα, με βάση πλέον τον εθνικό κατώτατο μισθό, ανέρχεται στα 7,23€. Συνεπώς, με τα αναμενόμενα διοικητικά και λειτουργικά έξοδα μιας επιχείρησης (στολές, φιλοδώρημα, γραφεία, διοικητικό προσωπικό, άδειες εργασίας, επιχειρησιακα έξοδα, μεταφορικά διάφορα, ηλεκτρική ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, άλλα λειτουργικά έξοδα και έξοδα προσωπικού) καθώς και με ένα μικρό ποσοστό κέρδους για την εταιρεία, το κόστος λογικά και αναπόφευκτα ανεβαίνει κατά 11-14%, δηλαδή 8,02-8,25€ των ώρα.
Και όμως, υποδεικνύουν παράγοντες της αγοράς: Σημαντικοί οργανισμοί της Κύπρου αγοράζουν υπηρεσίες ασφάλειας, ακόμα σε δικαστήρια, ημικρατικούς οργανισμούς, πολυσύχναστα εμπορικά κέντρα και πολυκαταστήματα, σουπερμάρκετ, τοπικές αρχές) προς 6€ και 7€ την ώρα, κάτω από το όριο που θέτει ο εθνικός κατώτατος μισθός ή, στις καλύτερες περιπτώσεις, ακριβώς στο όριο. Δεν υπάρχουν άλλα έξοδα; Υπάρχουν. Απλά δεν εφαρμόζονται πολλές νομοθεσίες και το κόστος –ακόμα και το εργατικό- πέφτει σημαντικά και υποβοηθά τον αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος εταιρειών που εφαρμόζουν τις υποχρεώσεις τους εκ της νομοθεσίας.
Εάν από τους 3.000 φρουρούς, υπολογίζαμε μόνο ότι το 50% από αυτούς εργάζονται χωρίς να δηλώνονται για 100 ώρες κατά μέσο όρο, έχουμε 150.000 ώρες. Εάν η απόκρυψη – αποφυγή κόστους και νόμιμων εισφορών ανέρχεται σε τουλάχιστον 0,70€ την ώρα, είναι ξεκάθαρο πως το κράτος χάνει κάθε μήνα πάνω από 100.000€ μόνο από μισθούς και εισφορές μόνο από τον κλάδο των υπηρεσιών ασφάλειας και πολύ περισσότερα από ΦΠΑ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αρκεί το Υπουργείο Εργασίας να υπόσχεται αυστηρότερους ελέγχους… στο μέλλον. Οφείλει να δώσει εξηγήσεις γιατί αυτοί οι έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται ήδη. Αν πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί και μη αποτρεπτικοί, τι είναι αυτό που μπορεί να πείσει οποιονδήποτε πως θα γίνουν αποτρεπτικοί στο προσεχές μέλλον;