Μια από τις συχνές συζητήσεις στους οικονομικούς και τραπεζικούς κύκλους αφορά τον βαθμό στον οποίο μειώθηκαν τα επιτόκια μέσα στο 2025, ώστε να επανέλθουν στα επίπεδα που το χρήμα ήταν φθηνό. Η συζήτηση έχει ένα στόχο: Να διαφανεί αν σήμερα οι πελάτες δανείζονται με φθηνότερο, ακριβότερο ή το ίδιο επιτόκιο για αγορά κατοικίας ή για επιχειρηματικά δάνεια.
Από πρόσφατες δηλώσεις αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) διαφαίνεται ότι το επίπεδο των επιτοκίων είναι σήμερα «στο σωστό επίπεδο», κατά τους ίδιους, αφού τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ θέλουν τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη να είναι λίγο πιο κάτω από το 2% για το 2026, με πιθανότητα μικρής αύξησης το 2027.
Όσον αφορά το ενδεχόμενο περαιτέρω μείωσης των επιτοκίων σε επίπεδα κάτω του 2%, θα πρέπει να αποκλειστεί σε αυτή τη φάση. Μία τέτοια κίνηση θα δικαιολογούνταν από μια απότομη βουτιά της ευρωπαϊκής οικονομίας το 2026, κάτι που ευτυχώς δεν φαίνεται στον ορίζοντα και άρα τα περιθώρια για νέες μειώσεις επιτοκίων περιορίζονται.
Συνολικά, για το 2026 προβλέπεται σταθεροποίηση μετά την περίοδο αυξήσεων, με την ΕΚΤ να εστιάζει στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και στην σταθεροποίηση του πληθωρισμού κάτω από το 2%.
Μεγάλες διακυμάνσεις
Τα επιτόκια δανεισμού και καταθέσεων την τελευταία δεκαετία (2015-2025) γνώρισαν μεγάλες διακυμάνσεις. Ξεκίνησαν από πολύ χαμηλά επίπεδα (κοντά στο μηδέν ή αρνητικά) την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ακολούθησε περίοδος σταθεροποίησης και μικρής ανόδου, ενώ το 2022-2024 η ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού οδήγησε σε απότομη αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα επιτόκια καταθέσεων να ανεβαίνουν σταδιακά και τα δανειστικά να γίνονται πολύ πιο γρήγορα ακριβά, προκαλώντας αύξηση στο κόστος δανεισμού (π.χ. στεγαστικά) και πίεση στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Τα στοιχεία επιτοκίων που ανακοινώνει κάθε μήνα η Κεντρική Τράπεζα και αναλύει σήμερα ο Φιλελεύθερος δείχνουν ότι είναι σχετικά μικρή η απόσταση που πρέπει να διανύσουμε ώστε το μέσο επιτόκιο αγοράς για στεγαστικά δάνεια (νέες χρηματοδοτήσεις) να φθάσει στο επίπεδο του 2015. Να πάρουμε τα διαθέσιμα στοιχεία από την αρχή.
Το επιτόκιο που αφορά δάνεια για αγορά κατοικίας αυξήθηκε στο 3,86% τον Νοέμβριο 2025, σε σύγκριση με 3,73% τον προηγούμενο μήνα. Αν γυρίσουμε δέκα χρόνια πίσω, τον Νοέμβριο 2015, το μέσο στεγαστικό επιτόκιο αγοράς (νέες εργασίες) ήταν χαμηλότερο, στο 3,28% και αυξήθηκε ελαφρώς στο 3,34% τον επόμενο χρόνο.
Ωστόσο, ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι σήμερα το μέσο στεγαστικό επιτόκιο που προσφέρεται στην αγορά από τα πιστωτικά ιδρύματα είναι σαφώς χαμηλότερο από το 5,10% που υπήρχε το 2024. Για να επωφεληθούν όμως οι υποψήφιοι πελάτες από το μέσο επιτόκιο 2,20% και 2,50% που πρόσφεραν τα πιστωτικά ιδρύματα από το 2017 ως το 2021 θα χρειαστεί να κάνει πολλά γενναία βήματα μειώσεων η ΕΚΤ και το επιτόκιο αναφοράς από 2% να μηδενίσει.
Το επιτόκιο για καταναλωτικά δάνεια, που είναι ένας προσφιλής δανεισμός, σημείωσε αύξηση στο 6,95% τον Νοέμβριο 2025, σε σύγκριση με 6,88% τον προηγούμενο μήνα. Αλλά για να βρεθεί το επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων στο επίπεδο του 4,33% που ήταν τον Νοέμβριο του 2015 θα χρειαστούν πολλές προσπάθειες.
Το συγκεκριμένο επιτόκιο από τα μέσα του 2023 σκαρφάλωσε στο 6%, για να φθάσει ακόμη και στο 8% τον Οκτώβριο του 2024. Υπήρχαν όμως και καλύτερες εποχές ενδιάμεσα, με το επιτόκιο για καταναλωτικά δάνεια να κυμαίνεται περίπου στο 3% το 2021.
Τα επιχειρηματικά δάνεια
Να δούμε σε ποια θέση βρίσκεται ο επιχειρηματικός κόσμος όταν θέλει να συνάψει νέα δανειακή σύμβαση και τι επιτόκιο καλείται να πληρώσει. Είναι φθηνότερο ή ακριβότερο σε σχέση με πριν δέκα χρόνια;
Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι το επιτόκιο που αφορά δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά μέχρι €1 εκατ. παρέμεινε αμετάβλητο στο 4,39% τον Νοέμβριο του 2025, σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Σήμερα, ο επιχειρηματίας που δανείζεται είναι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με πριν δέκα χρόνια, όταν για παράδειγμα τον Νοέμβριο του 2015 το επιτόκιο ήταν 4,74%. Η μεγάλη άνοδος στην συγκεκριμένη κατηγορία δανείων άρχισε να γίνεται έντονη από τα μέσα του 2023, που άρχισε να σκαρφαλώνει και να ξεπερνάει το 5%, ενώ η μεγάλη άνοδος στο 6,01% σημειώθηκε τον Νοέμβριο του 2023.
Υπάρχουν όμως και τα δάνεια που ζητούν οι επιχειρηματίες που είναι άνω του €1 εκατ. Η Κεντρική Τράπεζα στη μηνιαία αναφορά της σημειώνει ότι το επιτόκιο που αφορά δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά άνω του €1 εκατ. κατέγραψε αύξηση στο 4,50% τον Νοέμβριο του ’25, σε σύγκριση με 3,69% τον προηγούμενο μήνα, λόγω επικράτησης δανείων ψηλότερου ρίσκου. Πριν δέκα χρόνια, τον Νοέμβριο του 2015, ο επιχειρηματίας μπορούσε να δανειστεί με σαφώς χαμηλότερο επιτόκιο, που έφθανε το 3,88%. Το κόστος δανεισμού στη συγκεκριμένη κατηγορία άρχισε να ανεβαίνει από τον Ιανουάριο του 2023 και αρκετές φορές μέχρι το 2024 υπήρχαν μήνες που ξεπέρασε το 6%.
Οι καταθέτες έχουν ξεχάσει τα ψηλά επιτόκια
Αναμφίβολα, η επιτοκιακή πολιτική δεν αφορά μόνο όσους δανείζονται αλλά και όσους καταθέτουν. Χωρίς συζήτηση, η καλύτερη χρονιά των καταθετών ήταν το 2008, με το μέσο επιτόκιο που πρόσφεραν οι τράπεζες για καταθέσεις νοικοκυριών διάρκειας ενός έτους να φτάνει στο 6,03% και των επιχειρήσεων στο 4,81%. Τέτοιο ύψος επιτοκίων οι καταθέτες δεν πρόκειται να δουν για τα επόμενα 10 χρόνια, αν οι τράπεζες διατηρήσουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα που έχουν, καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα έχουν την ανάγκη να πληρώσουν υψηλό τόκο για να προσελκύσουν καταθέσεις.
Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι το επιτόκιο για καταθέσεις προθεσμίας έως ενός έτους από νοικοκυριά σημείωσε τον Νοέμβριο του ’25 αύξηση στο 1,13%, σε σύγκριση με 1,07% τον προηγούμενο μήνα. Πριν δέκα χρόνια, τον Νοέμβριο του 2015, το μέσο επιτόκιο καταθέσεων για νοικοκυριά ήταν στο 1,51%. Από το 2018 και μέχρι τον Αύγουστο του 2023 το μέσο καταθετικό επιτόκιο ήταν κάτω από 1% ενώ στη συνέχεια εν μέσω πολιτικών αντιδράσεων και πιέσεων ο μέσος όρος επιτοκίου ξεπέρασε το 2%.
Από τον Ιανουάριο του 2025 άρχισε και η μεγαλύτερη φθίνουσα πορεία για να φθάσουμε στα σημερινά επίπεδα. Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι το αντίστοιχο επιτόκιο για καταθέσεις από μη χρηματοοικονομικές εταιρείες παρουσίασε μείωση τον Νοέμβριο 2025 στο 1,17%, σε σύγκριση με 1,23% τον προηγούμενο μήνα. Τον Νοέμβριο του 2015 το καταθετικό περιβάλλον ήταν πιο ευνοϊκό και το μέσο καταθετικό επιτόκιο ήταν 1,53%. Από το 2019 μέχρι και τον Μάρτιο του 2023 το μέσο επιτόκιο αγοράς ήταν κάτω από 1%. Η μεγάλη ανοδική στροφή άρχισε να γίνεται τον Οκτώβριο του 2023 με το επιτόκιο για επιχειρηματικές καταθέσεις να είναι πάνω από 2% φθάνοντας και 2,5% τον Μάρτιο του 2024. Τον Νοέμβριο του 2024 υποχώρησε στο 1,99% και η πορεία στη συνέχεια είναι πτωτική.