Ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών τίθενται σήμερα οι προτάσεις νόμου που αφορούν το πλαίσιο εκποιήσεων και τις διαδικασίες διαχείρισης των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ), με τον Σύνδεσμο Τραπεζών Κύπρου να εκφράζει έντονες επιφυλάξεις για τις πιθανές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα και την οικονομία.

Σε σημείωμα που κατατέθηκε στη Βουλή, ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η υιοθέτηση των προτεινόμενων αλλαγών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα πιστωτικά ιδρύματα, να δημιουργήσει αβεβαιότητα στο θεσμικό πλαίσιο και να επηρεάσει ακόμη και την πιστοληπτική διαβάθμιση της κυπριακής οικονομίας. Όπως αναφέρεται, η τροποποίηση των διαδικασιών εκποίησης θα μπορούσε να αναστείλει ή να επιμηκύνει σημαντικά τα χρονοδιαγράμματα ρευστοποίησης εξασφαλίσεων.

Ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο περιλαμβάνει ήδη μηχανισμούς προστασίας των οφειλετών. Μεταξύ άλλων, υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αλλά και στον Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Χρηματοοικονομικών Διαφορών, για εξέταση ζητημάτων όπως χρεώσεις ή καταχρηστικές ρήτρες.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι το πρόβλημα του υψηλού ιδιωτικού χρέους εξακολουθεί να αποτελεί βασική πρόκληση για την κυπριακή οικονομία, όπως επισημαίνουν διεθνείς οργανισμοί και οίκοι αξιολόγησης. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, το μεγαλύτερο μέρος των προβληματικών δανείων αφορά παλαιά δάνεια σε καθυστέρηση, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται ήδη ενώπιον των δικαστηρίων.

Κατά τον Σύνδεσμο Τραπεζών, η αναστολή των διαδικασιών εκποίησης δεν επιλύει το πρόβλημα αλλά ενδέχεται να το παρατείνει, διατηρώντας την αβεβαιότητα και περιορίζοντας την πρόσβαση των οφειλετών σε τραπεζικές υπηρεσίες. Το κλειδί για τη διευθέτηση των δανείων, σημειώνεται, παραμένει η βιωσιμότητα του οφειλέτη και η συνεργασία με τα πιστωτικά ιδρύματα.

Στο σημείωμα γίνεται επίσης αναφορά στις επισημάνσεις των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών. Όπως τονίζεται, η αλλαγή στο νομικό πλαίσιο και ιδιαίτερα στα χρονοδιαγράμματα ρευστοποίησης εξασφαλίσεων ενδέχεται να αυξήσει τον πιστωτικό κίνδυνο και να επηρεάσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Παράλληλα, ενδέχεται να μεταβληθούν οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται στα stress tests των τραπεζών.

Ο Σύνδεσμος εκφράζει επίσης επιφυλάξεις για συγκεκριμένες προτάσεις νόμου που προβλέπουν αναστολή πλειστηριασμών λόγω εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών. Σύμφωνα με την ανάλυση του, τέτοιες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος ανάκτησης χρεών και να δημιουργήσουν ζητήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αντίστοιχες ανησυχίες εκφράζονται για προτάσεις που αφορούν τη διαγραφή υπολοίπων χρεών μετά από πλειστηριασμό, τη ρύθμιση των τόκων όταν το χρέος διπλασιάζεται ή την περιορισμένη δυνατότητα ενεργοποίησης εγγυητών. Κατά τον Σύνδεσμο, τέτοιες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο, να επηρεάσουν την αξία χαρτοφυλακίων δανείων και να οδηγήσουν σε αυστηρότερη πιστωτική πολιτική.

Τέλος, γίνεται αναφορά και στο θέμα της αξίας των ακινήτων κατά τον πλειστηριασμό. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από τις συνθήκες της αγοράς και δεν μπορεί να παραμένει σταθερή, υπογραμμίζοντας ότι η τεχνητή διατήρηση υψηλής τιμής εκκίνησης ενδέχεται να αποτρέπει την επιτυχή ολοκλήρωση πλειστηριασμών.

Ο Σύνδεσμος Τραπεζών καταλήγει ότι θα συνεχίσει να καταθέτει παρατηρήσεις για τις προτάσεις νόμου, επισημαίνοντας την ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της λειτουργικότητας του νομικού πλαισίου.