Πιέσεις σε όλο το φάσμα της κυπριακής οικονομίας από τον πόλεμο στο Ιράν βλέπει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και καλεί την εκτελεστική εξουσία να αποφύγει οριζόντια μέτρα ενίσχυσης των διαθέσιμων εισοδημάτων και να εστιάσει σε στοχευμένα μέτρα για στήριξη των νοικοκυριών με χαμηλά εισοδήματα και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προς διαφύλαξη της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο ρίχνει το μπαλάκι στους τρόπους που διαχειριστεί η κυβέρνηση την κατάσταση και αναφέρει μάλιστα ότι η δημοσιονομική κατάσταση του κράτους επιτρέπει την λήψη μέτρων. «Ωστόσο, ο κίνδυνος παραμένει εντός των ικανοτήτων της κυβέρνησης για απτή διαχείριση, ενώ και η υφιστάμενη δημοσιονομική εικόνα επιτρέπει τη δυνητική λήψη μέτρων, χάρη στις συνεχιζόμενες ενισχύσεις των ρευστών αποθεμάτων, και κυρίως λόγω της μείωσης του αποθέματος δημόσιου χρέους», αναφέρει.
Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι «οι εξελίξεις στο Ιράν είναι αρκετά πιθανόν να ασκήσουν σημαντικές πιέσεις στην κυπριακή οικονομία. Παρόλο ότι σημαντικές παράμετροι βρίσκονται ακόμα σε αβεβαιότητα, απαιτείται άμεση προετοιμασία για αντιμετώπιση των επιπτώσεων. Με το ενδεχόμενο συνέχισης της σύγκρουσης σε βάθος χρόνου, αλλά και μετατροπής της σε ασύμμετρο πόλεμο, η αντίδραση στις εξελίξεις θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το υψηλό απόθεμα αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τα μέχρι σήμερα δεδομένα»
Υποδεικνύει «πως οι κίνδυνοι που διαμορφώνονται, διαχέονται σε όλες τις πτυχές και βιομηχανίες της οικονομίας, ενώ και οι πληθωριστικές πιέσεις πολύ πιθανόν να είναι ευρείας βάσης και να μην περιοριστούν στο κόστος των καυσίμων, με εμπορεύματα, ενδιάμεσα αγαθά και λιπάσματα ήδη να καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις, αλλά και καθυστερήσεις αφίξεων».
Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο υποδεικνύει ότι η στήριξη για τα νοικοκυριά δεν πρέπει να έχει οριζόντιο χαρακτήρα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι, α) τα νοικοκυριά χαμηλών εισοδημάτων αναμένεται πως θα επηρεαστούν περισσότερο από τα νοικοκυριά υψηλών εισοδημάτων, και β) πως το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ των δύο εισοδηματικών κατηγοριών συνεχίζει να δείχνει τάση αύξησης.
Σημειώνει πως τα μέτρα θα πρέπει να συνοδεύονται με εκ των προτέρων δεδηλωμένους, συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους, ούτως ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν, όχι μόνο η αποτελεσματικότητα τους, αλλά επίσης και η όποια ανάγκη αναθεώρησης, αναβάθμισης ή κατάργησής τους κατά την εξέλιξη της κρίσης. «Επίσης η στήριξη ανά τομέα της οικονομίας θα πρέπει να λάβει υπόψη την υφιστάμενη κατάσταση, την δυνατότητα του κάθε τομέα της οικονομίας να αντέξει τις πιέσεις, την υφιστάμενη του ρευστότητα, τα επίπεδα κερδών των προηγούμενων ετών, καθώς και την έκθεση του τραπεζικού τομέα στον κάθε τομέα. Π.χ., τομείς της οικονομίας που είχαν πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς αυξήσεων στις τιμές των προϊόντων ή υπηρεσιών τους σε σχέση με τον μέσο πληθωρισμό λόγω αυξημένης ζήτησης, θα πρέπει να αφεθούν τώρα να προσαρμοστούν στην αναμενόμενη χαμηλότερη ζήτηση χωρίς κρατική παρέμβαση, έτσι ώστε να αναπροσαρμόσουν προς τα κάτω τις τιμές τους», επισημαίνει.
Σε κάθε περίπτωση καταλήγει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, «τα όποια μέτρα θα πρέπει να έχουν αυστηρά προσωρινό χαρακτήρα, να είναι στοχευμένα και να έχουν ξεκάθαρους και εκ των προτέρων δεδηλωμένους στόχους».
Σημειώνουμε, τέλος, αναφέρει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο «πως η θετική πορεία των δημοσίων οικονομικών αποτελεί κλειδί για την οικονομική θωράκιση της χώρας. Ωστόσο, η δημοσιονομική σταθερότητα θα πρέπει να διαφυλαχθεί εν όψει των σημαντικών πιέσεων που αναμένεται πως θα προκύψουν, τόσο στα έσοδα όσο και στις δαπάνες κατά την περίοδο μέχρι το 2028».