Ριζικές αλλαγές επιχειρεί να φέρει η Κυβέρνηση στο κομμάτι των συντάξεων, μέσω της μεταρρύθμισης, βασικό σημείο της οποίας είναι η αλλαγή στην επενδυτική πολιτική του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ήδη το Υπουργείο Εργασίας βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ενώ παράλληλα προχωρεί στην διαμόρφωση των σχετικών νομοσχεδίων.
Σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει μέχρι στιγμής ο υπουργός Εργασίας Μαρίνος Μουσιούττας, οι βασικότερες αλλαγές στο συγκεκριμένο κομμάτι εστιάζονται στα εξής:
(α) Αρχικά, η κυβέρνηση θα τερματίσει την πρακτική να δανείζεται από το αποθεματικό του ΤΚΑ.
(β) Από αυτή την εξέλιξη, αναμένεται να προκύψουν πλεονάσματα της τάξης των 800 εκατομμυρίων τον χρόνο.
(γ) Η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην αποπληρωμή του δανεισμού ύψους 12 δισ. (3 τοις χιλίοις επί του ΑΕΠ κάθε χρόνο). Το ποσοστό αυτό μεταφράζεται σε 100-120 εκατομμύρια τον χρόνο.
(δ) Εντός ενός χρονικού περιθωρίου 40 χρόνων, δηλαδή από το 2026 μέχρι το 2066, αναμένεται να αποπληρωθεί ο υφιστάμενος δανεισμός των 12 δισ. από το ΤΚΑ και μέχρι τότε αναμένεται να προκύψει ένα απόθεμα της τάξης των 50 – 60 δισ.
(ε) Η διαχείριση της επενδυτικής πολιτικής θα ανατεθεί σε ανεξάρτητο Φορέα, ο οποίος θα λειτουργεί με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα που υπάρχουν.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο
Πώς βλέπουν όμως τις εξελίξεις Κύπριοι οικονομολόγοι, ποιοι οι προβληματισμοί, αλλά και οι εισηγήσεις τους, ως προς τα σημεία τα οποία θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής;
Μιλώντας στον «Φ», ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης σημείωσε ότι η επενδυτική πολιτική τέτοιου είδους ταμείων καθορίζεται από το ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο θέτει αυστηρές παραμέτρους σε σχέση με τους τομείς επένδυσης. Ως εκ τούτου, σημείωσε, περιορίζονται δραστικά οι επιλογές, αφού το βασικό στοιχείο είναι η προστασία των χρημάτων των εν λόγω Ταμείων.
Από τα πιο πάνω, προκύπτουν ορισμένα βασικά σημεία. Κάποια θετικά και άλλα αρνητικά. Ειδικότερα, ο κ. Τελώνης επισήμανε ότι από τη μια ενισχύεται η διαφάνεια, όσον αφορά στη διαχείριση των χρημάτων του ΤΚΑ και ταυτόχρονα τερματίζεται η πολιτική επένδυσης από τον ίδιο τον «εργοδότη» του Ταμείου.
Άλλωστε, ανέφερε, πλέον δεν είναι συμβατό να επενδύεις τα χρήματα στον ίδιο τον οργανισμό που τα διαχειρίζεται. Την ίδια ώρα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο προστατεύει τα Ταμεία αυτά και ως εκ τούτου, θεωρούνται ασφαλή καταφύγια για όσους ψάχνουν επενδύσεις, χωρίς ρίσκο μεν, αλλά με χαμηλή απόδοση δε.
Θα γυρίσει μπούμερανγκ;
Από την άλλη, προκύπτει ένα σημαντικό ερωτηματικό, το οποίο ενδεχομένως στην πορεία του χρόνου να εξελιχθεί σε σημαντικό μειονέκτημα. Όπως εξήγησε ο κ. Τελώνης, η κυβέρνηση μπορεί να δανειζόταν τα χρήματα του Ταμείου, ωστόσο έδινε μια σεβαστή απόδοση που έφτανε μέχρι το 4-5%. Πλέον, τα αποθεματικά του Ταμείου δεν μπορούν να επενδυθούν -πέραν ενός ποσοστού- στην κυβέρνηση και ως εκ τούτου, η απόδοση του Ταμείου ενδεχομένως να μειωθεί. Αυτό, δεν αποκλείεται να δημιουργήσει μεμψιμοιρίες όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα των επενδύσεων και τις επιλογές του Φορέα Διαχείρισης.
Κομβικός ο Φορέας Διαχείρισης
Με τη σειρά του, ο οικονομολόγος Τάσος Γιασεμίδης υπογράμμισε στον «Φ» ότι αποτελεί κομβικό σημείο η δημιουργία του Φορέα Διαχείρισης του Ταμείου, καθώς και τα στελέχη που θα επιλεγούν να τον απαρτίζουν, αφού θα κληθούν να λάβουν αποφάσεις για τεράστια ποσά, τα οποία αποτελούν χρήματα των εργαζομένων. Ο κ. Γιασεμίδης στάθηκε επίσης στο γεγονός ότι η κυβέρνηση θα βρεθεί ενώπιον νέων δεδομένων, μετά τις μεταρρυθμίσεις που θα υιοθετηθούν. Και αυτό, καθώς ο δανεισμός από το ΤΚΑ δεν επηρέαζε το δημόσιο χρέος. Κάτι που θα αλλάξει στην περίπτωση που αναγκαστεί να προχωρήσει σε εξωτερικό δανεισμό, αφού αυτός θα συνυπολογιστεί στο χρέος του δημοσίου.
Επάρκεια παροχών
Ο κ. Γιασεμίδης πρόσθεσε ότι ένα άλλο βασικό συστατικό ενός σωστού συνταξιοδοτικού συστήματος -δίπλα στη βιωσιμότητα- είναι η επάρκεια των παροχών. Μια σύνταξη πρέπει να διασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και να προστατεύει από τη φτώχια στην τρίτη ηλικία.
Είναι απαραίτητο, συμπλήρωσε, να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο τα εισοδήματα από την εργασιακή ζωή, αλλά και το κόστος ζωής, οι αυξήσεις τιμών, οι ανάγκες για υγεία και φροντίδα, και άλλοι κοινωνικοί παράγοντες. Ένα σύστημα που δεν αναπροσαρμόζει περιοδικά τις παροχές του με βάση τον πληθωρισμό ή το κόστος ζωής, οδηγεί τους συνταξιούχους σε μείωση της αγοραστικής αξίας του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Θεσμικά κενά
Μιλώντας στο κρατικό ραδιόφωνο, ο καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ανδρέας Μιλιδώνης, έθεσε σοβαρά ερωτήματα για τη δομή και την εποπτεία του υπό σχεδιασμό επενδυτικού ταμείου του ΤΚΑ, τονίζοντας ότι, πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για τα ποσά και τις επενδύσεις, απαιτείται ολοκληρωμένος σχεδιασμός του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Ο κ. Μιλιδώνης επισήμανε ότι η Κύπρος διαφοροποιείται από άλλες χώρες, καθώς το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων λειτουργεί κυρίως με το μοντέλο «pay as you go», όπου οι σημερινές εισφορές χρηματοδοτούν τις τρέχουσες συντάξεις και όχι μέσω μεγάλων αποθεματικών κεφαλαίων.
Όπως ανέφερε, η χώρα βρίσκεται στη μέση μιας συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, ωστόσο παραμένουν σημαντικά θεσμικά κενά, ιδιαίτερα ως προς την εποπτεία των πυλώνων του συνταξιοδοτικού συστήματος. Υπογράμμισε ότι η Κύπρος είναι μία από τις δύο μόνο χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν διαθέτουν ανεξάρτητη εποπτική αρχή για τα ταμεία προνοίας, δηλαδή τον δεύτερο πυλώνα, ενώ αντίστοιχα ζητήματα εντοπίζονται και στον τρίτο πυλώνα της ιδιωτικής ασφάλισης. «Στην Κύπρο έχουμε κατακερματισμένη εποπτεία για τους δύο αυτούς πυλώνες, κάτω από το Υπουργείο Εργασίας και το Υπουργείο Οικονομικών με πολιτικό προϊστάμενο και πάμε τώρα να κάνουμε το βήμα να δημιουργήσουμε ένα τεράστιο ταμείο», σημείωσε.
Ο καθηγητής τόνισε ότι η δημιουργία ενός επενδυτικού ταμείου για το ΤΚΑ προϋποθέτει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στην πολιτική εξουσία, την εποπτεία και τη διαχείριση των επενδύσεων, φέρνοντας ως παράδειγμα το νορβηγικό επενδυτικό ταμείο, όπου οι αρμοδιότητες αυτές είναι διακριτές.
Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα
Σημειώνεται ότι η επόμενη συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος αναμένεται να πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Δευτέρα 25 Μαϊου, με κύρια θέματα συζήτησης την αναλογιστική αποκοπή (πέναλτι) του 12%, τη νέα επενδυτική πολιτική του ΤΚΑ και την αύξηση των χαμηλών συντάξεων. Ζητήματα δηλαδή που εμπίπτουν στον πρώτο πυλώνα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, τα οποία η κυβέρνηση θέλει να «κλείσει» μέχρι τον Ιούνιο, ώστε να προωθήσει τα σχετικά νομοσχέδια στη Βουλή και να εγκριθούν με τη νέα κοινοβουλευτική περίοδο.