Ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Γιάννος Κατσουρίδης αναλύει για το Philenews το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών:
«Κάποιες πρώτες παρατηρήσεις για το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών, οι οποίες πρέπει αναγκαστικά να διατυπωθούν με επιφύλαξη, καθώς το παρόν κείμενο γράφεται πριν υπάρξει πλήρως ολοκληρωμένη εικόνα. Το πρώτο βασικό ζήτημα είναι να ξεκαθαρίσουμε με τι ακριβώς συγκρίνουμε το αποτέλεσμα. Με τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο ή με τα αποτελέσματα του 2021; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αλλάζει ουσιαστικά και την ανάγνωση μας για το αποτέλεσμα. Κατά τη γνώμη μου, η πιο ασφαλής και πολιτικά χρήσιμη σύγκριση είναι με τις βουλευτικές εκλογές του 2021, αν και σίγουρα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η πολιτική συγκυρία.
Σε κάθε περίπτωση, εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι έχει διαμορφωθεί ένα διαφορετικό πολιτικό σκηνικό, ένα διαφορετικό κομματικό σύστημα και ένα νέο ισοζύγιο δυνάμεων, έστω και αν η έκταση της αλλαγής δεν είναι τελικά τόσο μεγάλη όσο είχε προδιαγραφεί στις προεκλογικές μετρήσεις.
Η εικόνα αυτή συνδέεται, πρώτον, με την αντοχή των παραδοσιακών/ιστορικών κομμάτων με εξαίρεση την ΕΔΕΚ, παρά τις απώλειες τους και παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να κινούνται σε χαμηλότερα ποσοστά από εκείνα του παρελθόντος τους. Σχετίζεται, επίσης, με τα λάθη των νέων κομμάτων, ειδικά προς το τέλος της προεκλογικής περιόδου, που φάνηκε ότι είχαν κόστος. Συνδέεται, τέλος, με το γεγονός ότι οι οργανωτικοί μηχανισμοί των μεγάλων κομμάτων εξακολουθούν να έχουν ισχύ και να μετρούν ιδιαίτερα στην τελική ευθεία.
Για τον ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ ενδεχομένως να λειτούργησε επίσης η προοπτική συνεργασίας και, άρα, συμμετοχής στην εξουσία, που αφέθηκε να αιωρείται. Ειδικά για τον ΔΗΣΥ, η μείωση της αντιπαράθεσης με τον Πρόεδρο φαίνεται να βοήθησε στην επιστροφή συναγερμικών ψηφοφόρων που είναι θετικά διακείμενοι προς τον νυν Πρόεδρο.
Την ίδια ώρα, το ΑΚΕΛ καταγράφει άνοδο και συγκαταλέγεται στους κερδισμένους των εκλογών, ακριβώς επειδή μετά από μια παρατεταμένη περίοδο πτώσης παρουσιάζει αύξηση. Αυτή η θετική για το κόμμα εξέλιξη θέτει ταυτόχρονα σημαντικά ερωτήματα στρατηγικής και τακτικής σε σχέση με τις συμμαχίες στη Βουλή, ενόψει των προεδρικών εκλογών, αλλά και της ταυτότητας του κόμματος.
Η άνοδος του ΕΛΑΜ, που επίσης συγκαταλέγεται στους κερδισμένους των εκλογών, δεν ήταν η αναμενόμενη σε σχέση με τις προσδοκίες. Αυτό πιθανώς εξηγείται από το γεγονός ότι απώλεσε μέρος της ψήφου διαμαρτυρίας προς νεοσύστατους σχηματισμούς, αλλά και τη συσπείρωση του ΔΗΣΥ.
Το διαμορφωθέν σκηνικό φαίνεται να δημιουργεί μεγαλύτερες δυσκολίες για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αφού δύο εκ των τριών κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού δεν είναι πλέον στη βουλή. Αυτό δημιουργεί μεγαλύτερη πίεση για αναδιάταξη των συμμαχιών και των σχέσεων.
Συνολικά, και παρά τη δυσκολία τοποθέτησης ορισμένων σχηματισμών στον ιδεολογικό άξονα δεξιάς-αριστεράς, φαίνεται να συνεχίζει η τάση της ενίσχυσης των δυνάμεων της κεντροδεξιάς εις βάρος της κεντροαριστεράς. Αυτό περιπλέκει έτι περισσότερο το σκηνικό ενόψει των επικείμενων προεδρικών εκλογών.
Η αποχή έχει μειωθεί οριακά, κάτι που μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη και απόδειξη περιορισμένης επαναστοίχισης και αυξημένης κινητοποίησης τόσο λόγω της παρουσίας νέων κομμάτων που κατάφεραν να κινητοποιήσουν μια μερίδα της κοινωνίας που βρισκόταν εκτός πολιτικής, όσο και λόγω της αυξημένης κινητοποίησης των ιστορικών κομμάτων. Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται και η μεγαλύτερη ρευστότητα της ψήφου προς τους νέους σχηματισμούς. Με άλλα λόγια, η δημοσκοπική ψήφος δεν ταυτίζεται πάντα με την πραγματική.
Τέλος, και πολύ σημαντικό με όρους πολιτικής εκπροσώπησης, παραμένει γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών εξακολουθεί να μένει χωρίς εκπροσώπηση, και μάλιστα, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το ποσοστό αυτό φαίνεται αυξημένο σε σχέση με το ήδη υψηλό επίπεδο του 2021».