Δεν αρκεί να αγαπάς και να το λες, πρέπει και να το δείχνεις. Οι ισορροπίες στις ανθρώπινες σχέσεις αντανακλώνται πολλές φορές και στις πολιτικές σχέσεις μεταξύ συνεργαζόμενων μερών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με τη σχέση Προεδρικού και Δημοκρατικού Κόμματος. Το μετεκλογικό σκηνικό έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα και για τις δύο πλευρές, οι οποίες πλέον αναζητούν έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους.
Πλέον, το ΔΗΚΟ δεν είναι απλώς το μεγάλο κόμμα της συμπολίτευσης, αλλά το μοναδικό κοινοβουλευτικό κόμμα που στηρίζει την Κυβέρνηση Νίκου Χριστοδουλίδη, και αυτό αλλάζει κάπως τις ισορροπίες. Λίγο-πολύ, αυτό είναι και το γενικό μήνυμα από το τελευταίο τετ α τετ του Νίκου Χριστοδουλίδη με τον Νικόλα Παπαδόπουλο, την περασμένη Παρασκευή, στο Προεδρικό Μέγαρο.
Πίσω από τις κλειστές πόρτες τέθηκαν επί τάπητος αρκετά και άκρως ενδιαφέροντα δεδομένα, που αφορούν ευρύτερα το μετεκλογικό σκηνικό, αλλά ιδιαίτερα τη μεταξύ τους πολιτική σχέση. Μέσα από τις γραμμές της γενικόλογης αναφοράς περί ανάγκης καλύτερης συνεργασίας των δύο πλευρών αναφύονται διάφορα μηνύματα που έχουν να κάνουν, επί της ουσίας, με τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους και στο πλαίσιο του νέου πολιτικού σκηνικού.
Συγκεκριμένα, στη συνάντηση των δύο πλευρών έγινε αναφορά, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες μας, στις σκέψεις γύρω από τις προθέσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη να προχωρήσει σε έναν ανασχηματισμό το επόμενο χρονικό διάστημα. Αυτό, εξάλλου, θεωρείται δεδομένο και είναι θέμα χρόνου το πότε και σε ποιον βαθμό ο Πρόεδρος θα προχωρήσει σε αλλαγές προσώπων στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Το σαφές μήνυμα από πλευράς ΔΗΚΟ προς τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, σε συνδυασμό με τη σημασία της παρουσίας και στήριξης του ΔΗΚΟ προς την Κυβέρνησή του, είναι ότι αυτό θα πρέπει να εκφραστεί ξεκάθαρα μέσα από πράξεις πολιτικής. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
Πρώτον και κυριότερο, με ενημέρωση και συνεννόηση για τις όποιες κινήσεις θα γίνουν σε σχέση με αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα.
Δεύτερον, το πολιτικό αποτύπωμα του ΔΗΚΟ στην Κυβέρνηση να είναι πιο έντονο, όχι τόσο σε ό,τι αφορά την παρουσία προσώπων στο Υπουργικό Συμβούλιο, όσο στην παραγωγή πολιτικής. Πώς μεταφράζεται αυτό; Ουσιαστικά, όπως προκύπτει, αυτό που θέλει το ΔΗΚΟ είναι μια ελάχιστη ενίσχυση της παρουσίας του στο Υπουργικό Συμβούλιο, ίσως με ακόμη έναν υπουργό, αλλά και περαιτέρω συνεννόηση, με ενισχυμένη παρουσία σε Δ.Σ. ημικρατικών οργανισμών, από όπου μπορεί να υπάρξει και παραγωγή πολιτικής.
Τρίτον, στο πλαίσιο της συνεννόησης, αναμένεται ότι θα γίνει ή θα ζητηθεί μια αξιολόγηση των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και από πλευράς ΔΗΚΟ. Άρα, αυτό σημαίνει ότι, πέραν από τα πρόσωπα που θα μπουν, αναμένεται γενικότερη συνεννόηση για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, καθώς κρίνεται πως ένα από τα προβλήματα είναι και η δυσκολία συνεννόησης με κάποιους υπουργούς.
Οι πληροφορίες μας αναφέρουν ότι έγινε και μια γενικότερη ανασκόπηση ζητημάτων που θεωρούνται αδυναμίες της Κυβέρνησης και αφορούν τη διαχείριση της εσωτερικής διακυβέρνησης, προκαλώντας δυσφορία και δυσαρέσκεια όχι μόνο στον δηκοϊκό κόσμο, αλλά γενικότερα στην κοινωνία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει φθορά και στην εικόνα της Κυβέρνησης αλλά και στο ΔΗΚΟ, ως κόμμα που τη στηρίζει.
Πρόκειται για ζητήματα απλά αλλά και ουσίας, που σε πολλές περιπτώσεις αδικούν ίσως και τη μεγάλη εικόνα, η οποία είναι θετική. Δηλαδή, τα σημαντικά βήματα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όπως επίσης και τους θετικούς ρυθμούς της οικονομίας. Αυτό που τέθηκε ως προβληματισμός είναι ότι κάποιες κινήσεις μπορούν να βελτιώσουν την παραγωγή πολιτικής, αλλά και να επιλύσουν προβλήματα της καθημερινότητας διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα ήταν η αναπλήρωση του κενού που άφησε η παραίτηση του διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου εδώ και μερικούς μήνες.
Όλα αυτά, βέβαια, μπαίνουν στο κάδρο του μετεκλογικού σκηνικού και των νέων δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί και αφορούν ουσιαστικά και το σκηνικό σε σχέση με τις προεδρικές εκλογές του 2028. Από τις βουλευτικές εκλογές και την εξέλιξη του σκηνικού προκύπτουν κάποια νέα δεδομένα, όπως, για παράδειγμα, το τέλος της όποιας προοπτικής συνεργασίας του ΔΗΣΥ με την Κυβέρνηση και, συνάμα, της στήριξης του Νίκου Χριστοδουλίδη το 2028. Αντίθετα, η εξίσωση θα πρέπει πλέον να διαβάζεται ανάποδα, στη λογική ότι η Αννίτα Δημητρίου ενδέχεται να είναι πιθανή αντίπαλος στις προεδρικές του 2028.
Το πολιτικό σκηνικό δεν είναι το ίδιο με το 2023, ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ είναι αποδυναμωμένα εκλογικά κόμματα που έχουν μείνει εκτός Βουλής και η δημοφιλία του Νίκου Χριστοδουλίδη είναι λογικό να πιέζεται από τη φθορά που φέρει η διακυβέρνηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφέθηκε να αιωρείται ως μήνυμα πως ο δηκοϊκός κόσμος θέλει να δει αυτή την αναγνώριση ως στυλοβάτη της πορείας προς το 2028 και ενοχλείται όταν ακούει να τονίζεται μόνο η συναγερμική καταβολή του Προέδρου και μελών της Κυβέρνησης.
Οι πληροφορίες πάντως επιμένουν πως, στη συνάντηση της περασμένης Παρασκευής, δεν δόθηκαν ούτε συζητήθηκαν ονόματα για το Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς αυτό να αποκλείεται να γίνει τις επόμενες ημέρες.
Κ.Ε. ΔΗΚΟ: Πρόταση σε ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγους
Σήμερα το απόγευμα είναι προγραμματισμένη συνεδρία της Κεντρικής Επιτροπής του ΔΗΚΟ, κατά την οποία θα γίνει μια πρώτη ανασκόπηση του αποτελέσματος των βουλευτικών εκλογών. Θα προηγηθεί συνεδρία του Εκτελεστικού Γραφείου, ενώ νωρίτερα θα γίνει και συνεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής του κόμματος, η οποία θα εξετάσει ζήτημα που αφορά τις κοινοβουλευτικές επιτροπές του κόμματος.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας της Κεντρικής Επιτροπής αναμένεται να τεθεί, από πλευράς της ηγεσίας του ΔΗΚΟ, πρόταση συνεργασίας με τα άλλα κόμματα του Κέντρου και συγκεκριμένα τη ΔΗΠΑ, την ΕΔΕΚ και τους Οικολόγους. Ήδη, σύμφωνα με πληροφορίες μας, μια πρώτη συνάντηση με τον Νίκο Αναστασίου έχει γίνει και τις επόμενες ημέρες αναμένεται να πραγματοποιηθεί και με τον Μάριο Καρογιάν και τον Σταύρο Παπαδούρη.
Η Κεντρική Επιτροπή θα κληθεί να αποφασίσει το πλαίσιο της πρότασης προς τα άλλα κόμματα και εάν αυτό θα γίνει μέσα από μια ανοιχτή ατζέντα. Τα σενάρια που συζητούνται είναι είτε η διάλυση και δημιουργία ενός νέου κομματικού σχηματισμού είτε μια εναλλακτική, υβριδική μορφή συνεργασίας, κατά την οποία κάθε κόμμα θα διατηρεί την αυτονομία του, είτε ακόμη και κάποια άλλη μορφή συνεργασίας.