Μαρούλα Βιολάρη – Ιακωβίδου: «Αντιφώνηση», εκδόσεις Εν Τύποις, 2017.

Η Μαρούλα Βιολάρη – Ιακωβίδου, γνωστή και καταξιωμένη δημοσιογράφος για μισό και πλέον αιώνα, άρχισε να γράφει – ή τουλάχιστον να δημοσιεύει – ποίηση σε μεγάλη ηλικία, στα 63 της χρόνια. Είχε προηγηθεί η έκδοση των ενθυμήσεών της από τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59, μια δεκαετία νωρίτερα. Σήμερα στα 80 της μετρά τέσσερις ποιητικές συλλογές. Η τελευταία μάλιστα, ευσύνοπτη και προσεγμένη, κυκλοφόρησε φέτος, το 2017, με τίτλο: «Αντιφώνηση».

Η Μ.Β.Ι. ασφαλώς δεν φιλοδοξεί να κατακτήσει νέες αισθητικές βουνοκορφές, να ανοίξει νέους ποιητικούς δρόμους. Εκφράζεται όμως ποιητικά με επάρκεια, λιτότητα, σεμνότητα, ενάργεια και ευαισθησία. Ως ενεργός πολίτης, ως ενεργός δημοσιογράφος παραμένει την ίδια στιγμή και γρηγορούσα ποιητική υπόσταση. Ούτε η ψυχή, ούτε η καρδιά της επιλέγουν την επανάπαυση και τον εφησυχασμό. Η Μ.Β.Ι. τελεί παντοιοτρόπως σε εγρήγορση για την πατρίδα της και το μέλλον της, για τις αξίες και τις μνήμες της, που βλέπει να δοκιμάζονται στις μέρες μας, για τα παιδιά και τα εγγόνια της, για όλους όσους περιβάλλει – και προφανώς την περιβάλλουν – με αψεγάδιαστη και ανόθευτη αγάπη.

Η Μ.Β.Ι. ανήκει στη γενιά των ακυρωμένων ονείρων, των ακυρωμένων οραμάτων, στη γενιά του απελευθερωτικού, για την ακρίβεια, στη γενιά του ενωτικού αγώνα: «Ακόμα κι η σημαία που ξέραμε / ανέβηκε στον ιστό δίπλα στην άλλη / που μας επέβαλαν… / …Μα το καθάριο βλέμμα / και το σίγουρο βάδισμα / της σημαιοφόρου / δίνουν ελπίδα». (σελ. 9)

Η ποιήτρια, με νοσταλγικούς και συγκινησιακά φορτισμένους τόνους, υμνεί τη Λευκωσία αλλοτινών ειρηνικών εποχών. Η ματιά της είναι καθολική, συνενωτική, ουμανιστική και ατόφια πέρα για πέρα: «Μα η πόλη μου, η πόλη μου, / αναμένει όλους τους δικούς της / να σεργιανίσουν / στα στενά δρομάκια / να πλύνουν με νερό / τα τσιμεντένια καλντερίμια / να μαζευτούν οι κυράδες / με καφέ και κανταΐφι / και να καλέσουν / τον Χριστό και τον Μωάμεθ / να ευλογήσουν τη ζωή τους». (σελ. 11)

Ωστόσο, το σημείο αναφοράς, ο μοχλός πάνω στον οποίο στηρίζεται η Μ.Β.Ι. προκειμένου να αναφερθεί σε πράγματα σύγχρονα, της εποχής μας, ζητήματα που την απασχολούν, την ανησυχούν και κρατούν σε εγρήγορση τους προβληματισμούς της, είναι και πάλι ο αγώνας του 1955-59. Κι αυτό συμβαίνει σε όποια εποχή κι αν αναφέρεται, σε όποια ζητήματα κι αν επικεντρώνει την προσοχή της. Από εκείνο τον αγώνα ελαύνεται, χωρίς βεβαίως να παραμένει εμμονικά και άγονα σε αυτόν. Πχ ενώ μιλά για τα εγκλωβισμένα παιδιά στο Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου, μνημονεύει παράλληλα: «Πέτρο Γιάλλουρο / Σταύρο Στυλιανίδη / κι όλους τους άλλους Καρπασίτες. / Συγνώμη που δεν μπορέσαμε / να δικαιώσουμε τη θυσία τους». (σελ. 12)

Συχνά όμως η ποιήτρια εφορμάται και από την τρέχουσα επικαιρότητα, ούσα δημοσιογράφος για τόσες δεκαετίες, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αλλιώς. Αντλεί ποιητικά ερεθίσματα από τα γεγονότα, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και άλλα.

 

Την ίδια ώρα νιώθει να τη συνθλιβεί η καταρράκωση αρχών και αξιών, ηθικών κανόνων που χαρακτήριζαν όλη τη ζωή της. Μα πιο πολύ, πιστεύω ότι την εξουθενώνει η σήψη, η διαπλοκή και η διαφθορά που βγαίνουν στο φως. Γι’ αυτό και μονολογεί, συντετριμμένη: «Κουρελιασμένες οι αρετές / σε Οίκους Αξιολογήσεων / …». (σελ. 17)

Με ειρωνική διάθεση, αλλά και μια δόση πικρίας, η ποιήτρια καυτηριάζει την υποκρισία και την επιτήδευση της αστικής ζωής και των σαλονιών: «Μ’ ένα ποτήρι στο χέρι / περιφερόμαστε στην αίθουσα / χαμογελώντας με καθωσπρεπισμό / αποφεύγοντας τα εδέσματα / για να μην πάρουμε βάρος…» (σελ. 19)

Επτά από τα ολιγόστιχα ποιήματα της συλλογής είναι αφιερωμένα στα τέσσερα εγγόνια της Μ.Β.Ι. Η μικρή αυτή ενότητα αρχινά μ’ ένα συλλογικό ποίημα που αφορά όλα τα εγγόνια μαζί: «Άκουσα τις φωνές και το γέλιο σας / κι όλα έλεγαν / η ζωή είναι όμορφη / αφού έχω εσάς / αγγελούδια μου!». (σελ. 21) Όλα τα ποιήματα αυτής της ενότητας αναβλύζουν αγάπη, στοργή, γλυκεία θαλπωρή και συγκίνηση. Και είναι αξιοπρόσεκτα, έστω και μόνο για τον συναισθηματικό τους φόρτο. Ο ίδιος συναισθηματικός πλούτος διακρίνει και το ποίημα που είναι αφιερωμένο στον από χρόνια θανόντα σύζυγο της, «Στον Γιώργο». (σελ. 31)

Γενικά, όταν η Μ.Β.Ι. γράφει για τους πολύ δικούς της ανθρώπους, τον στενό οικογενειακό κύκλο, συγκινείται και συγκινεί, διεγείρει συναισθήματα και επικοινωνεί με τον αναγνώστη της με σεβασμό και αγάπη. Αξιοποιεί τα βιώματα και τα συναισθήματα της για να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό της κόσμο και ταυτόχρονα να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Αυτό άλλωστε δεν είναι και το νόημα της ποίησης;
 
ΥΓ. Η ΣΤΗΛΗ ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΜΕ ΝΕΕΣ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ, ΚΑΤΑ ΠΑΣΑ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ, ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ.