Η 15η του περασμένου Νοεμβρίου θεωρείται ημερομηνία- σταθμός για τη διεθνή αγορά της τέχνης. Την ημέρα εκείνη έγινε η μεγαλύτερη πώληση στην ιστορία με τον πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι «Σωτήρας του Κόσμου» (Salvator Mundi) να υπερδιπλασιάζει το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ, φτάνοντας το αστρονομικό ποσό των 450.312.500 δολαρίων.

Στην εποχή των νέων τεχνολογιών και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, η ιστορική πώληση από τον οίκο Christie’s στη Νέα Υόρκη προκάλεσε αίσθηση στη διεθνή κοινή γνώμη, αλλά κυρίως συντάραξε τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά των 57 δισ. δολαρίων.

Μια εβδομάδα νωρίτερα, άνοιγε τις πύλες του το Λούβρο του Άμπου Ντάμπι. Σε λίγες εβδομάδες, ο «Σωτήρας του Κόσμου» θα αποτελεί το διασημότερο έκθεμα του χώρου που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας σταρ Ζαν Νουβέλ, γνωστός και στην Κύπρο για τον σχεδιασμό του Tower 25 και της Βιβλιοθήκης «Στέλιος Ιωάννου» στην Πανεπιστημιούπολη. Παρόλο που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί η ακριβής ημερομηνία, εκτιμάται ότι σύντομα, ίσως και μέσα στον Φεβρουάριο, το μουσείο που βρίσκεται πάνω στο τεχνητό νησί Σααντιγιάτ θα πλαισιώσει τη σπουδαία υπό εξέλιξη –αλλά κυρίως επί δανείω- συλλογή του με τη δική του μόνιμη… «Μόνα Λίζα του Περσικού Κόλπου».

Ο γνωστός και στην Κύπρο Ρώσος επιχειρηματίας Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, που υπήρξε μεγαλομέτοχος της Τράπεζας Κύπρου, ήταν ο πωλητής στο «deal του αιώνα», αφού είχε γίνει κάτοχος του πίνακα το 2013 για 127,5 εκατομμύρια ευρώ. Ο πλειοδότης είναι ο 32χρονος Σαουδάραβας διάδοχος του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Επικοινωνήσαμε με την Μαρία Παφίτη, την Κύπρια ιστορικό και σύμβουλο τέχνης με έδρα το Λονδίνο. Έχοντας στο παρελθόν εργαστεί στον οίκο Christie’s ως επικεφαλής του τμήματος βυζαντινών και ρωσικών εικόνων και με την εμπειρία της στις αγοραπωλησίες έργων βυζαντινής, αναγεννησιακής και ρωσικής τέχνης, μοιράζεται μαζί μας πληροφορίες για πρόσωπα και καταστάσεις σχετικά με λεπτομέρειες και παραμέτρους αυτής της σημαντικής εξέλιξης στην αγορά της τέχνης.

Η Μ. Παφίτη εκτιμά πως εάν ο Σαουδάραβας πρίγκιπας δεν λάμβανε μέρος στη δημοπρασία, το αποτέλεσμα πιθανότατα θα ήταν πολύ διαφορετικό. Συνεπώς, η ζήτηση και οι συγκυρίες της εποχής διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο. Πίσω από την αποφασιστικότητα του διαδόχου του θρόνου μιας μουσουλμανικής χώρας να διαθέσει το αστρονομικό αυτό ποσό για ένα κατεξοχήν χριστιανικό έργο κρύβεται η πρόθεση να «προικίσει» το ακριβοπληρωμένο πρώτο παγκόσμιο μουσείο του αραβικού κόσμου, στην πρωτεύουσα των γειτονικών Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με ένα έργο- σύμβολο, που θα προσέλκυε το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την ίδια, αυτό που πρωτίστως τον ενδιέφερε ήταν να αγοράσει το «όνομα» του Λεονάρντο, του κορυφαίου αναγεννησιακού καλλιτέχνη και μιας μυστηριώδους ιδιοφυίας. Για να συμβεί, βέβαια, αυτό έπρεπε πρώτα να ξεκαθαρίσει η έντονη αμφισβήτηση που υπήρχε για την αυθεντικότητά του.

Ο «Σωτήρας του Κόσμου» (λάδι σε ξύλο, 65.7×45.7 εκ.) εκτιμάται ότι φιλοτεχνήθηκε από τον Λεονάρντο γύρω στο 1500. Πιθανότατα, αποτελεί παραγγελία του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΒ’ της Γαλλίας και της συζύγου του, Άννας της Βρετάνης, μετά την κατάκτηση του Μιλάνου και της Γένοβας το 1499. Όπως μας πληροφορεί η Μ. Παφίτη, ο πίνακας πέρασε στη συνέχεια από τρεις ακόμη βασιλικές συλλογές: του Καρόλου Α’ της Αγγλίας (1600-1649), του Καρόλου Β’ της Αγγλίας (1630-1685) και του Τζέιμς Β’ της Αγγλίας (1633 -1701). Η πρώτη αναφορά συναντάται σε έγγραφο του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1649. Ένα χρόνο αργότερα, ο Τσέχος χαράκτης Βεντσεσλάβος Χόλαρ κυκλοφόρησε το έργο σε χαρακτικό, το οποίο ακόμα σώζεται και σήμερα βρίσκεται στη συλλογή του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Στο κάτω αριστερό περιθώριο του χαρακτικού υπάρχει χαραγμένη η λατινική επιγραφή «Leonardus da Vinci pinxit», δηλαδή ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι το ζωγράφισε.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1763 πωλήθηκε σε δημοπρασία για δύο στερλίνες και δέκα πέννες. Στη συνέχεια πέρασε από διάφορα χέρια και άλλαξε εμφάνιση αφού το πρόσωπο και τα μαλλιά του Χριστού επιζωγραφίστηκαν. Ως εκ τούτου, το έργο άρχισε να αποδίδεται σε άλλους καλλιτέχνες. Αφού άλλαξε πολλούς ιδιοκτήτες ευγενούς καταγωγής, τελικά πωλήθηκε από τον οίκο Sotheby’s στις 25 Ιουνίου 1958 ως έργο του Τζιοβάνι Αντόνιο Μπολτράφιο –μαθητή του Λεονάρντο- για 45 στερλίνες. Παρέμεινε στη συλλογή του αγοραστή, ενός ιδιώτη Αμερικανού συλλέκτη, μέχρι πριν περίπου μια δεκαετία, όταν έφτασε στα χέρια των εμπόρων τέχνης στη Νέα Υόρκη, Γουόρεν Άντελσον, Αλεξάντερ Πάρις και Ρόμπερτ Πάρις, οι οποίοι κατάφεραν να διακρίνουν ότι κάτω από τις επιζωγραφίσεις και ταλαιπωρίες που υπέστη ο πίνακας, κρυβόταν κάτι σημαντικό.

Στον Σάιμον πιστώνεται η –αρχική τουλάχιστον- ταυτοποίηση του πίνακα ως δημιούργημα του Λεονάρντο. Ο ίδιος γνωστοποίησε τις λεπτομέρειες της αναγνώρισης μέσω άρθρου του, μια διαδικασία μέσω της οποίας ο πίνακας άρχισε να εκτοξεύεται στο χρηματιστήριο της τέχνης. Έφτασε να προσφερθεί σε συλλέκτες έργων αναγεννησιακής τέχνης μέχρι και για 15 εκατομμύρια, ωστόσο η αμφισβήτηση της αυθεντικότητάς του στάθηκε τροχοπέδη στην πώλησή του. Όταν άρχισε να ξεπερνιέται, έφτασε στα χέρια του Ριμπολόβλεφ και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
 
Η αμφισβήτηση της αυθεντικότητας
 
Μια σειρά από επιστημονικές έρευνες και μελέτες από τους σημαντικότερους ειδικούς για τον Ντα Βίντσι ανά το παγκόσμιο έγιναν σχετικά με την αυθεντικότητα του έργου, που τελικά συνέκλιναν στο συμπέρασμα ότι είναι γνήσιος. Δεν έλειψαν, όμως, και οι σημαίνουσες φωνές αμφισβήτησης όπως αυτή του καθηγητή Κάρλο Πεντρέτι, μιας από τις σημαντικότερες αυθεντίες στο έργο του Λεονάρντο. Ο Πεντρέτι, που άφησε τα εγκόσμια στις 5 Ιανουαρίου 2018 σε ηλικία 90 ετών, είχε αποκαλέσει τα συμπεράσματα των συναδέλφων του «μια χίμαιρα».

Όπως εξηγεί η Μ. Παφίτη, η αυθεντικότητα του έργου αποτέλεσε θέμα έντονων συζητήσεων διότι είναι έργο του πιο πολυσυζητημένου καλλιτέχνη όλων των εποχών. Επίσης, θεωρείτο χαμένο για χρόνια, γεγονός που «γέννησε» πολλές θεωρίες γύρω από την ύπαρξη και ταυτοποίησή του, δεδομένου ότι υπάρχουν αρκετές εκδοχές του «Salvator Mundi» που βασίστηκαν στο πρωτότυπο έργο του Λεονάρντο. Όταν λοιπόν, αναπάντεχα, εμφανίστηκε στην αγορά ο συγκεκριμένος πίνακας, πυροδότησε αντιδράσεις: από μεγάλο ενθουσιασμό, μέχρι σκληρές αντιπαραθέσεις.

«Τη μεγαλύτερη βαρύτητα φέρουν οι απόψεις των επιστημόνων και των ακαδημαϊκών που ειδικεύονται στην καλλιτεχνική παραγωγή του Λεονάρντο και που έχουν εξετάσει το συγκεκριμένο πίνακα από κοντά. Προσωπικά, δε θεωρώ αξιόπιστες τις γνώμες ιστορικών και κριτικών τέχνης που δεν έχουν ειδίκευση στο Λεονάρντο, που δε μελέτησαν άλλα έργα του καλλιτέχνη και που δεν είδαν το ‘Salvator Mundi’ από κοντά, ώστε να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες της ζωγραφικής του και το καθεστώς της συντήρησής του και ως εκ τούτου να είναι σε θέση να εκφράσουν τεκμηριωμένες απόψεις στη βάση της τεχνικής, του στυλ και των αρχών του Λεονάρντο. Οι κριτικές που βασίζονται σε πεποιθήσεις κι όχι σε επιστημονικά δεδομένα δεν έχουν καμία πειστική δυνατότητα –τουλάχιστον όχι για μένα» σημειώνει.

Μια ολοκληρωμένη αποκατάσταση του έργου πραγματοποίησε η καθηγήτρια Νταϊάν Ντουάερ Μοντεστίνι, ανώτερη ερευνήτρια και συντηρήτρια στο Κέντρο Συντήρησης του Ινστιτούτου Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Η Μοντεστίνι εξήγησε αναλυτικά και εμπεριστατωμένα τα διάφορα στάδια της μελέτης και συντήρησης του έργου. Ανέφερε ότι ο πίνακας είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο καρυδιάς το οποίο, ως πειραματικό μέσο, χρησιμοποίησε και σε άλλους πίνακες ο Λεονάρντο. Το ξύλο περιείχε ένα ρόζο που το έκανε να χωρίσει από πολύ νωρίς. Ωστόσο, σημαντικά μέρη της ζωγραφικής είναι εξαιρετικά καλά διατηρημένα και κοντά στην αρχική κατάσταση: τα χέρια του Χριστού, οι μπούκλες των μαλλιών, η σφαίρα και μεγάλο μέρος της ενδυμασίας. Το δεξί χέρι που ευλογεί είναι άθικτο. Αναφορικά με το πρόσωπο, η ίδια η συντηρήτρια σχολίαζε ότι εκτός από τις διακριτές απώλειες, οι χρωματικοί τόνοι της σάρκας του προσώπου διατηρούν ολόκληρη τη δομή των στρωμάτων τους, συμπεριλαμβανομένων των τελικών σκονών και βερνικιών.

Η Μ. Παφίτη μάς πληροφορεί ότι υπέρυθρη απεικόνιση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συντήρησης, αποκάλυψε τα pentimenti, δηλαδή τις προκαταρκτικές συνθετικές ιδέες, οι οποίες στη συνέχεια μεταβλήθηκαν από τον καλλιτέχνη μέχρι να φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα. «Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο διότι τα αλλά έργα που δείχνουν το ‘Salvator Mundi’, καθώς και το χαρακτικό του 1650, δεν περιλαμβάνουν καθόλου προσχέδια, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αντέγραφαν μια ήδη ολοκληρωμένη σύνθεση» εξηγεί.

Η απεικόνιση με υπέρυθρη ακτινογραφία αποκάλυψε επίσης αποτυπώματα, ιδιαίτερα εμφανή στη αριστερή πλευρά του προσώπου του Χριστού, με τα οποία ο καλλιτέχνης λείανε και σκούπισε το χρώμα με την παλάμη του, με σκοπό να δημιουργήσει απαλές και άμορφες φωτοσκιάσεις, τεχνική που χρησιμοποιούσε ο Λεονάρντο κυρίως κατά το τέλος της καριέρας του.

Σημαντικά τεκμήρια αποτελούν δύο ενυπόγραφα σχέδια του Λεονάρντο, που βρίσκονται στη βασιλική συλλογή στο Κάστρο Γουίνδσορ της Αγγλίας. Ακόμη, οι τεχνικές εξετάσεις και αναλύσεις κατέδειξαν τη συμβατότητα των χρωστικών στοιχείων και τεχνικών που ανακαλύφθηκαν στο «Salvator Mundi» μ’ αυτές που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ντα Βίντσι στη «Μόνα Λίζα» και στον «Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή».

Η Μαρία Παφίτη αναφέρει ότι από επιστημονικής άποψης η απόδοση του έργου στο μεγάλο καλλιτέχνη κατέστη σαφής. Εντούτοις, το έργο τέθηκε στη διάθεση πολλών εξειδικευμένων ακαδημαϊκών για να το μελετήσουν, οι οποίοι συμφώνησαν ότι πρόκειται για αυθεντικό έργο του Ντα Βίντσι. Μεταξύ αυτών ήταν και ο διεθνούς φήμης καθηγητής αναγεννησιακής τέχνης Ντέιβιντ Εξερτζίαν, με τον οποίο η ίδια μίλησε προσωπικά κι έλαβε λεπτομερείς πληροφορίες.
 
Τα αναζητούμενα έργα του Ντα Βίντσι
 
Το ποσό που διατέθηκε για τον πίνακα αυτό κατέρριψε το προηγούμενο ρεκόρ που κατείχε ο πίνακας «Οι γυναίκες του Αλγερίου – έκδοση Ο» του Πικάσο, που πωλήθηκε από τους Christie’s τον Μάιο του 2015 για 179.400.000 δολάρια. Δεν ξεπερνά τα 15-20, ο αριθμός των γνωστών έργων του Λεονάρντο, ο οποίος δε φιγούραρε στις λίστες των πιο ακριβοπληρωμένων καλλιτεχνών. Ο λόγος είναι ότι ποτέ δεν προσφέρθηκαν πίνακές του σε δημοπρασίες. Ο «Σωτήρας του Κόσμου» θεωρείται το τελευταίο έργο του που ανήκε σε ιδιώτη.

Η Μ. Παφίτη αναφέρει ότι υπάρχουν τουλάχιστον έξι ακόμη έργα, γνωστά μέσα από αναφορές, τα οποία δεν γνωρίζουμε πού βρίσκονται. Τα δύο γνωστότερα είναι η τοιχογραφία «Η Μάχη του Ανγκιάρι» και ο φορητός πίνακας «Η Λήδα και ο Κύκνος». Το πρώτο, που αντέγραψε και ο Ρούμπενς, υπάρχουν ενδείξεις ότι βρίσκεται πίσω από μια τοιχογραφία του Βαζάρι στην Αίθουσα των Πεντακοσίων, στο Παλάτσο Βέκιο της Φλωρεντίας. Για το δεύτερο, η τελευταία αναφορά έγινε το 1625 από τον Κασιάνο νταλ Πότσο, που ανέφερε ότι βρισκόταν στο Ανάκτορο του Φονταινεμπλώ. Στις μέρες μας, σώζονται διάφορα προσχέδια και αντίγραφα του έργου με παλαιότερο τον πίνακα «Spiridon Leda» του μαθητή και βοηθού του Ντα Βίντσι, Φραντσέσκο Μέλτσι. Το έργο απεικονίζει τη Λήδα γυμνή, καθώς και τα τέσσερα βρέφη της τα οποία ξεπετάγονται από τα αυγά.

Πάντως, δεν είναι η πρώτη φορά που έργο του Ντα Βίντσι σημειώνει ρεκόρ πώλησης. Το προγενέστερο πορτρέτο της φλωρεντινής αριστοκράτισσας Τζινέβρα ντε’ Μπέντσι πωλήθηκε το 1967 από τον πριγκηπικό οίκο του Λιχτενστάιν στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσινγκτον για πέντε εκατομμύρια δολάρια –αστρονομικό ποσό για την εποχή.

Σε κάθε περίπτωση, η αγοραπωλησία του Νοεμβρίου 2017 κατατάσσει πλέον τον «Σωτήρα του Κόσμου» στα διασημότερα έργα του Ντα Βίντσι και του κόσμου. Δηλαδή, στη βραχεία εκείνη λίστα, η οποία περιλαμβάνει τη «Μόνα Λίζα» που βρίσκεται στο Λούβρο στο Παρίσι και τον «Μυστικό Δείπνο» που νωπογραφήθηκε στην τράπεζα της Μονής της Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε στο Μιλάνο. Στη λίστα αυτή μπορεί να περιληφθεί και το πορτρέτο «Η κυρία με την Ερμίνα», που έγινε ακόμη γνωστότερο επειδή είχε κλαπεί από τους Ναζί το 1939 από το Μουσείο Τσαρτορίσκι της Κρακοβίας. Ανακτήθηκε από τους Αμερικανούς Monuments Men το 1946, οι οποίο το επέστρεψαν στην Πολωνία.