Λίγες βδομάδες μετά την ανάληψη καθηκόντων του ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου, ο Πάρις Ερωτοκρίτου μιλά για τους στόχους και τις προτεραιότητες που έχει θέσει για να γίνει το Δημοτικό Θέατρο ένας χώρος γεμάτος ζωντάνια και κινητικότητα.

Βρέθηκε στο τιμόνι του Δημοτικού Θεάτρου με την πεποίθηση πως για να φέρει κόσμο, θα πρέπει να βγει έξω. Κυριολεκτικά. Με παραστάσεις, μουσική, χώρους συνεύρεσης, με δράσεις στις γειτονιές, στον Δημοτικό Κήπο. Στους δρόμους αυτής της φορτισμένης περιοχής, γεμάτης ιστορία και αντιθέσεις. Να κάνει συνέργειες, να καθιερώσει θεσμούς, να δώσει συνέχεια, συνέπεια και προγραμματισμό. 

«Ξεκινώ με μικρό καλάθι. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια», λέει ο σκηνοθέτης και νυν καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας, Πάρις Ερωτοκρίτου, που οδηγήθηκε αβίαστα σ’ αυτόν τον τεχνοκρατικό ρόλο γιατί πίστευε ανέκαθεν -και το απέδειξε με το δικό του Σπούτνικ- πως η δημιουργία για να έχει συνέχεια χρειάζεται μία βάση. Να μην είναι δηλαδή αποσπασματική. Και το Δημοτικό Θέατρο μπορεί να του προσφέρει ακριβώς αυτό.  

«Πιστεύω βρίσκομαι εδώ στη σωστή στιγμή. Σε ένα Θέατρο που έχει μια ευελιξία στο πως να κινηθεί και που έχει ήδη πάρει μια νέα μορφή με διεθνείς παραστάσεις από τον προηγούμενο καλλιτεχνικό διευθυντή Γιώργο Παπαγεωργίου. Αυτό που θα προσπαθήσω είναι να γίνει το Δημοτικό Θέατρο ένας ζωντανός χώρος. Αυτό είναι το στοίχημα».

© Δημήτρης Βαττής

Ποιες οι βασικές προτεραιότητες για την ανάπτυξη και τη λειτουργία του οργανισμού; Πάνω απ’ όλα είναι η οικονομική βιωσιμότητά του, αφού αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται όλα τα υπόλοιπα. Δεύτερον, η οργανωτική αποδοτικότητα, και η σταδιακή δημιουργία ενός οργανογράμματος που να συνάδει με έναν σύγχρονο πολιτιστικό οργανισμό, ώστε να λειτουργεί με επαγγελματισμό, συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Τρίτον, η δημιουργία ενός ζωντανού, ανοιχτού χώρου, που δεν περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση παραστάσεων μεγάλης κλίμακας, αλλά προσφέρει πολλαπλές εμπειρίες: έναν χώρο όπου μπορεί κανείς να περάσει χρόνο, να συμμετάσχει σε μικρότερες δράσεις ή απλώς να συνυπάρξει. Παράλληλα, ο στόχος είναι να λειτουργεί ως κέντρο φιλοξενίας και υποστήριξης Κυπρίων καλλιτεχνών — ένας χώρος δυναμικός, όπου η δημιουργία, η έρευνα και η εκπαίδευση θα συνυπάρχουν. Ένας χώρος που δεν «ανοίγει» το κλειδί μόνο τη στιγμή της παράστασης.

Πόσο εύκολο είναι στην πράξη να αναπτυχθεί ένα σταθερό και ενεργό κοινό γύρω από τις τέχνες σε μια πόλη, και από τι εξαρτάται αυτό; Στην πράξη δεν είναι καθόλου εύκολο, για πολλούς λόγους. Κάποιοι από αυτούς σχετίζονται με την ίδια την πόλη, αλλά και με την αντίληψη που υπάρχει στο κοινό απέναντι στις τέχνες. Δεν υπάρχει ένα μεγάλο, σταθερό κοινό· επομένως χρειάζεται προσπάθεια, ένας συνεχής αγώνας, για να χτιστεί σιγά σιγά ένα κοινό που εδώ δεν περιορίζεται σε μία μόνο αισθητική. Το κοινό δεν έρχεται εύκολα, ειδικά μετά την περίοδο της πανδημίας. Έχουμε δει αρκετά παραδείγματα, ακόμη και σε φεστιβάλ όπου θα περίμενε κανείς ουρές έξω, όπου τελικά οι αίθουσες δεν γέμισαν. Αυτό δείχνει ότι η σχέση του κοινού με το θέατρο χρειάζεται χρόνο και συστηματική δουλειά για να αποκατασταθεί.

Σε αντίθεση με παραγωγές από εξωτερικό που γεμίζουν το θέατρο, έτσι δεν είναι; Είναι μία τάση την οποία παρατηρώ πολύ έντονα τα τελευταία χρόνια: ένα μεγάλο μέρος του κοινού πηγαίνει πιο εύκολα σε παραστάσεις που είναι μετακλήσεις, δηλαδή παραγωγές που έρχονται από την Ελλάδα, με γνωστούς ως συνήθως πρωταγωνιστές. Δεν σημαίνει ότι αυτές οι παραστάσεις είναι κακές, όμως έχει εδραιωθεί η αντίληψη ότι μια παραγωγή από την Ελλάδα γεμίζει πιο εύκολα την αίθουσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεωρώ πως το θέατρο στην Κύπρο πρέπει να επενδύσει στην ανάπτυξη κοινού: να ενθαρρύνει τον κόσμο να επιστρέψει στους πολιτιστικούς χώρους και σταδιακά, να ξαναμπεί στην αίθουσα.

Πώς επηρεάζει η μεγάλη χωρητικότητα τον σχεδιασμό του προγράμματος; Αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση, που είναι ταυτόχρονα και ευκαιρία. Η χωρητικότητα φτάνει τα χίλια άτομα. Το να γεμίσει ένα θέατρο τέτοιου μεγέθους είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ακόμη και όταν παρευρίσκονται 400 άτομα, ο χώρος δείχνει μισοάδειος, κάτι που επηρεάζει την ατμόσφαιρα και τη συνολική εμπειρία. Αντίθετα, σε έναν μικρότερο χώρο, για παράδειγμα 150 θέσεων, όταν είναι γεμάτος, η αίσθηση είναι εντελώς διαφορετική. Ακόμη κι αν παρακολουθήσεις μια πολύ καλή παράσταση με μόλις 100 θεατές σε έναν μεγάλο χώρο, μπορεί να σου δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάτι δεν πέτυχε. Παράλληλα, όμως, αυτή η χωρητικότητα είναι και πλεονέκτημα: μια επιτυχημένη παράσταση μπορεί να αποφέρει σημαντικά έσοδα και να στηρίξει οικονομικά τα επόμενα βήματα.

© Δημήτρης Βαττής

Και πώς προχωράς λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω; Πιστεύω πως είναι σημαντικό να υπάρχουν και μεγάλες παραγωγές — παραστάσεις που δεν θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν σε μικρότερους χώρους. Ναι, χρειάζεται να εντάξεις τέτοιες παραγωγές στο πρόγραμμα ή να φέρνεις κάποιες μεγάλες παραστάσεις απ’ έξω. Όμως δεν μπορείς να βασίζεσαι μόνο σε αυτό. Θα ήθελα, για παράδειγμα, να δημιουργηθεί και μια πιο μικρή, ευέλικτη σκηνή μέσα στο θέατρο, περίπου 200 θέσεων. Ένας χώρος που να μπορεί να φιλοξενεί πιο μικρές παραγωγές, τοπικές και διεθνείς, αλλά και δράσεις όπως μουσική, χορό ή πιο πειραματικές μορφές. Έτσι, το θέατρο θα έχει συνεχή κίνηση, χωρίς την πίεση να γεμίζει πάντα ένας μεγάλος χώρος, και παράλληλα θα δίνεται βήμα σε περισσότερους καλλιτέχνες.

Πέρα από το Φεστιβάλ Λευκωσίας, θα ήθελες να επικεντρωθείς σε κάποιο θεματικό φεστιβάλ, όπως χορού ή μουσικής; Το ζητούμενο είναι να δούμε τι πραγματικά ταιριάζει στη Λευκωσία και τι μπορεί να της προσφέρει κάτι ουσιαστικό. Δεν έχει νόημα να αντιγράψουμε φεστιβάλ που ήδη υπάρχουν ή πραγματοποιούνται αλλού. Θέλω το Δημοτικό Θέατρο να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα και μια σταθερή παρουσία παραστάσεων/δράσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Να ξέρει, δηλαδή, το κοινό ότι κάθε μήνα θα υπάρχουν μία-δύο επιλεγμένες δράσεις ή παραστάσεις από το εξωτερικό ή από Κύπριους καλλιτέχνες και πολιτιστικούς φορείς . Δεν θέλω το Δημοτικό Θέατρο να λειτουργεί απλώς ως ένας χώρος ενοικιάσεων, με μοναδικό αντίβαρο το Φεστιβάλ Λευκωσίας. Χρειάζεται ένα πιο ισορροπημένο πρόγραμμα που να αντανακλά στην πολιτιστική αποστολή του. Οι ενοικιάσεις είναι σημαντικές, αλλά το μοντέλο της αποκλειστικής εισαγωγής δεν είναι ούτε πολιτιστικά ούτε οικονομικά βιώσιμο.

Είναι κάτι που πρόκειται να επιδιώξεις και για το Δημοτικό Θέατρο; Πρέπει να αρχίσουμε να παράγουμε δικό μας έργο και, σταδιακά, να προσπαθήσουμε να το ταξιδέψουμε και εκτός Κύπρου. Από την άλλη, δεν μπορούμε να κάνουμε και υπερβολικά μεγάλα όνειρα χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη πού βρισκόμαστε. Ναι, θέλω να ξεκινήσουμε από την αρχή και να χτίσουμε παραγωγές. Ήδη υπάρχει μια ιδέα σε αρχικό στάδιο, με προοπτική να παρουσιαστεί, ίσως, τον Δεκέμβριο του 2027. Πρόκειται για μια πολύ επιτυχημένη παραγωγή, την οποία θα ήθελα να επαναδημιουργήσουμε εδώ, με κυπριακό καστ. Για μένα, το Δημοτικό Θέατρο πρέπει να λειτουργεί ως ένας πυρήνας τεχνών – θεάτρου, χορού, μουσικής, εικαστικών – με εξωστρέφεια και διασύνδεση με το εξωτερικό. Το οικονομικό σκέλος οφείλει να υπηρετεί αυτή την αποστολή, όχι απλώς να καλύπτει λειτουργικά έξοδα.

Πώς φαντάζεσαι να εξελιχθεί το Φεστιβάλ Λευκωσίας τα επόμενα χρόνια; Ένα φεστιβάλ «μαζεμένο» στην αρχή: να ξέρουμε τι έχουμε, τι κοστίζει και να μπορούμε να το υλοποιήσουμε χωρίς να μας ξεπερνά. Τα βήματα πρέπει να είναι μικρά, σταθερά και να εμπεριέχουν την έννοια της δυναμικής. Αν δημιουργήσεις κάτι υπερβολικά μεγάλο και την επόμενη χρονιά δεν μπορέσεις να το στηρίξεις – ή να συνεχίσεις στο ίδιο επίπεδο –  τότε κινδυνεύει να χαθεί και ως θεσμός. Πιστεύω ότι η καλλιτεχνική συνέπεια πρέπει να αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες του Δημοτικού Θεάτρου. Για μένα, ένα φεστιβάλ δεν χρειάζεται να περιορίζεται μόνο μέσα στο θέατρο· αντίθετα, πρέπει να βγει στην πόλη. Να αξιοποιήσει πλατείες, κήπους και άλλους δημόσιους χώρους. Παράλληλα, πιστεύω ότι πρέπει να έχει πιο συμπυκνωμένη διάρκεια — μέχρι έναν μήνα — και να έχει κάθε φορά μια ξεκάθαρη θεματική που να συνδέει τις δράσεις μεταξύ τους. Ένα Φεστιβάλ δεν είναι μόνο μια διαδοχική σειρά παραστάσεων – τουλάχιστον εγώ δεν το αντιλαμβάνομαι ως τέτοιο.

Θεωρείς πως το Δημοτικό Θέατρο θα μπορέσει να επικεντρωθεί  στην καλλιτεχνική του αποστολή και όχι απλώς στην επιβίωσή του; Υπήρξε εξαγγελία για ετήσια στήριξη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 30 Ιουνίου του 2025 την οποία αναμένουμε εδώ και καιρό από το Υφυπουργείο Πολιτισμού. Η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και ελπίζουμε ότι μέσα στο 2026 θα υλοποιηθεί το βασικό σκέλος της το οποίο προνοεί την κάλυψη κάποιων βασικών λειτουργικών εξόδων. Χωρίς αυτή την μικρή ενίσχυση δεν μπορούμε να μιλάμε για οποιαδήποτε καλλιτεχνική αποστολή, γιατί όλη η ενέργειά μας μπαίνει στην εμπορική εκμετάλλευση του Θεάτρου.   Η πολιτεία οφείλει να στηρίζει το ιστορικότερο θέατρο της πόλης και ενδεχομένως της χώρας. Είναι ένας χώρος με μνήμη και βαρύτητα: εδώ γεννήθηκε (παραστασιακά) ο ΘΟΚ, εδώ έχουν παρουσιαστεί σπουδαίες παραστάσεις, εδώ έχουν περάσει σημαντικοί ηθοποιοί, εδώ μεγαλώσαμε με παιδικές παραστάσεις. Δεν πρέπει να μένουμε μόνο στη νοσταλγία, στο «τι ωραία που ήταν». Το ζητούμενο είναι να πούμε «τι ωραία μπορεί να γίνει» στο πλαίσιο της σημερινής εποχής — και να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να συμβεί.

Θα ήθελες κάποια στιγμή να λειτουργήσεις και ως δημιουργός; Ναι, θα το ήθελα — ίσως όχι άμεσα, αλλά σίγουρα στο μέλλον. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ τη θέση μου, αλλά ούτε πιστεύω ότι πρέπει να λειτουργώ αποκλειστικά τεχνοκρατικά. Η δημιουργία είναι κάτι που δεν μπορώ να εγκαταλείψω. Μπορεί να είναι κάτι μικρό ή κάτι μεγαλύτερο, αλλά θέλω να παραμείνω ενεργός καλλιτεχνικά.

Ελεύθερα, 03.05.2026