Στην τελική ευθεία βρίσκονται οι έρευνες της Αστυνομίας αναφορικά με την υπόθεση «Σάντη» και τις καταγγελίες για διαφθορά θεσμών ή επωνύμων προσώπων. Ουσιαστικά, το ανακριτικό έργο του κλιμακίου που συστάθηκε για να εξετάσει τους ισχυρισμούς του Μακάριου Δρουσιώτη έχει συμπληρωθεί και αναμένονται τα πορίσματα της Europol και του FBI που αφορούν στα μηνύματα και το προφίλ της επονομαζόμενης «Σάντης».

Για τα ευρήματά τους, οι ανακριτές αναμένεται να ενημερώσουν τον Αρχηγό Αστυνομίας και αυτός τον αρμόδιο υπουργό, ενώ μόλις υπάρχουν οι θέσεις των δύο ξένων υπηρεσιών, ο φάκελος θα διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι η Αστυνομία στην έκθεσή της θα προβαίνει σε συγκεκριμένες εισηγήσεις όσον αφορά στο αποτέλεσμα της έρευνας και τα ευρήματά της. Ήδη, η παραδοχή της «Σάντης» ότι κατασκεύαζε τα μηνύματα και τα έστελνε είναι, σύμφωνα με νομικούς, από μόνη της ελεγχόμενη ποινικά.

Σε μια άλλη εξέλιξη που δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε χθες άδεια στην πλευρά του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, να καταχωρήσει αίτηση με την οποία να ζητείται η έκδοση διατάγματος σερτιοράρι, με το οποίο να ακυρώνεται το ένταλμα έρευνας στα υποστατικά του που εκδόθηκε στις 11 Απριλίου Μεγάλο Σάββατο. Η Δικαστής Έλενα Εφραίμ ικανοποίησε όλους σχεδόν τους λόγους που οι δικηγόροι του κ. Κληρίδη, Χρίστος Κληρίδης, Αλέξανδρος και Κωνσταντίνος Κληρίδης, εισηγούνταν και αποφάσισε να δώσει την αιτούμενη άδεια. Η Δικαστής δεν ικανοποίησε δύο από τις αιτούμενες θεραπείες, δηλαδή την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στην Αστυνομία να κατέχει και επεξεργάζεται τα τεκμήρια που παρέλαβε από τα υποστατικά του κ. Κληρίδη. Όπως ανέφερε, στην περίπτωση που το ένταλμα έρευνας ακυρωθεί, τότε αυτομάτως και τα τεκμήρια που κατασχέθηκαν θα επιστραφούν χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Η απόφαση του Ανωτάτου στηρίχθηκε στους εξής λόγους:

>> Δεν υπήρχε εύλογη αιτία ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα από την Αστυνομία συνδέονταν με τους χώρους που επετράπη η έρευνα (την οικία, το γραφείο και τα αυτοκίνητα του κ. Κληρίδη).

>> Η περιγραφή των αναζητουμένων τεκμηρίων από την Αστυνομία ήταν γενική και αόριστη.

>> Δεν υπήρχε καμία μαρτυρία ότι ο Νίκος Κληρίδης εμπλέκεται στη δημιουργία των κατ’ ισχυρισμό πλαστών μηνυμάτων.

>> Το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, ήτοι του δικηγορικού απορρήτου, των προσωπικών δεδομένων και δεν τέθηκαν ικανοποιητικές ασφαλιστικές δικλίδες που να προστατεύουν το δικηγορικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα.

Ειδικά για το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο ξεκαθάρισε πως οι δικηγόροι δεν εξαιρούνται από τη διεξαγωγή έρευνας στο πλαίσιο διερεύνησης ποινικών αδικημάτων, τονίζοντας, παράλληλα, την ανάγκη επιβολής ασφαλιστικών δικλίδων για διασφάλιση του απορρήτου δικηγόρου – πελάτη.

Στην απόφαση του Ανωτάτου, αναφέρεται ότι με βάση το περιεχόμενο του εντάλματος, δεν καταγράφεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πως υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα βρίσκονται στους χώρους των οποίων ζητήθηκε και επιτράπηκε η έρευνα. «Στο προσβαλλόμενο ένταλμα το κατώτερο Δικαστήριο κατέγραψε ότι έλαβε υπόψη τον τόπο όπου κρατούνται τα αναζητούμενα αντικείμενα, όμως, για σκοπούς πάντοτε της υπό κρίση διαδικασίας, θεωρώ ότι εγείρεται συζητήσιμο θέμα ως προς το κατά πόσον το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο απασχόλησε, εξέτασε και κατέληξε επ’ αυτού του ζητήματος», ανέφερε η Δικαστής.

Περαιτέρω, το Ανώτατο σημείωσε ότι δεν φαίνεται να αποδίδετο οποιαδήποτε εμπλοκή στον αιτητή στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, εφόσον αυτός φέρεται να μην γνώριζε, ούτε οποτεδήποτε να ενημερώθηκε για το αναληθές του όλου υλικού, για την κατασκευή αυτού από τη «Σάντη», για τον τρόπο και τον λόγο κατασκευής του και για ότι η όλη εξιστόρηση των γεγονότων, η οποία καταγράφεται στο 14σέλιδο κείμενο, δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Ούτε διαφαίνεται ότι ο αιτητής ισχυρίστηκε πως η «Σάντη» είχε διαφύγει στη Γερμανία, μέσω του δημοσιογράφου στην Αγγλία, τον οποίο ο ίδιος της είχε συστήσει, εν γνώσει του πως κάτι τέτοιο δεν ήταν αληθές.

Η Δκαστής ασχολήθηκε και με το γεγονός ότι η έρευνα αφορούσε σε δικηγόρο. «Αποτελεί έργο του Δικαστηρίου που εξετάζει αίτημα για έκδοση εντάλματος έρευνας σε δικηγορικό γραφείο, η εξισορρόπηση του συμφέροντος για την ανάγκη εξιχνίασης ποινικών αδικημάτων και της ανάγκης διασφάλισης της ιδιωτικής ζωής, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και του επαγγελματικού απορρήτου, για να διασφαλιστεί ότι η έρευνα θα είναι αναγκαία και ανάλογη. Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται η επιβολή των απαραίτητων ασφαλιστικών δικλίδων αναφορικά με το ένταλμα έρευνας», επισημαίνεται. Στην απόφαση σημειώνεται ότι «το κατώτερο Δικαστήριο απασχόλησε το ζήτημα της επιβολής ασφαλιστικών δικλίδων για την προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας και του επαγγελματικού απορρήτου και ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια ως προς τούτο, κατέληξε στην επιβολή των πιο πάνω όρων και περιορισμών. Ενόψει του ότι η έρευνα αφορούσε σε δικηγορικό γραφείο και δικηγόρο, θεωρώ ότι σε αυτό το στάδιο εγείρεται συζητήσιμη υπόθεση ως προς το κατά πόσο οι συγκεκριμένοι όροι και περιορισμοί παρείχαν επαρκή προστασία ως προς τη διασφάλιση της ιδιωτικής επικοινωνίας, της εμπιστευτικότητας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη και του επαγγελματικού απορρήτου».

Στις 20 Μαΐου η ουσία της υπόθεσης

Η αίτηση για έκδοση διατάγματος σερτιοράρι θα καταχωρηθεί σε πέντε ημέρες και θα επιδοθεί στον Γενικό Εισαγγελέα για ν’ αποφασίσει αν θα φέρει ένσταση. Η ακρόαση της αίτησης ορίστηκε για τις 20 Μαΐου.

Σε τοποθέτησή του, ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης είπε ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πλήρως εμπεριστατωμένη και ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε καμία εύλογη αιτία τα αναζητούμενα από την Αστυνομία αντικείμενα να συνδέονται με τους δικούς του χώρους. «Δεν υπήρχε καμία μαρτυρία ότι εγώ εμπλέκομαι στη δημιουργία των κατ’ ισχυρισμόν πλαστών μηνυμάτων», πρόσθεσε. Υποστήριξε ακόμα ότι δόθηκαν «εντελώς ψευδείς πληροφορίες» στα ΜΜΕ για την περίπτωση του, με σκοπό «να αποφύγουν τη σωστή διερεύνηση» της υπόθεσης. Ο ίδιος θεωρεί ότι το ένταλμα εναντίον του ήταν μια προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας και χαρακτήρισε την ενέργεια της Αστυνομίας και του Δικαστηρίου που έδωσε έγκριση ως «απαράδεκτη».

Σύμφωνα με τον κ. Κληρίδη, η έρευνα στο σπίτι του ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου του προκάλεσε ταλαιπωρία και ψυχική πίεση, ενώ από το γεγονός υποστηρίζει ότι είχε τεράστιες επιπτώσεις, επαγγελματικά και προσωπικά. Για το κατά πόσον θα κινηθεί κατά της Δημοκρατίας σε περίπτωση που ακυρωθεί το ένταλμα έρευνας, ανέφερε ότι είναι κάτι που θα αποφασίσει με τους δικηγόρους του σε μεταγενέστερο στάδιο.