Αναπόφευκτα η σκέψη μου με πήρε από τον «πατέρα» της ψυχανάλυσης στην Ευρώπη και στον κόσμο, Σίγκμουντ Φρόιντ, που απασχόλησε χθες και προχθές τη στήλη με αφορμή τη συμπλήρωση 170 χρόνων από τη γέννηση του στις 6 Μαΐου 1856, στον «πατέρα» της ψυχανάλυσης στην Κύπρο, Τάκη Ευδόκα, που με τίμησε με τη φιλία του στα χρόνια της ωριμότητας του μέχρι και τον θάνατο του το 2020 στα 92 του.

Μια… ανάσα δρόμος χωρίζει αυτούς τους δύο εμπνευσμένους και παραγωγικούς ψυχοθεραπευτές και ψυχίατρους που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στη θεραπεία του ψυχικού πόνου των ανθρώπων και που συνέχισαν μέχρι την τελευταία τους πνοή να εργάζονται με αφοσίωση και πάθος – να δέχονται τη μέρα τους θεραπευόμενους τους και να γράφουν τη νύχτα τα βιβλία τους.

Τον Τάκη Ευδόκα –τον «γιατρό» όπως τον αποκαλούσα– τον γνώρισα μέσα από συνεντεύξεις που του πήρα κατά  καιρούς για τη ψυχοθεραπευτική του δουλειά, αλλά η γνωριμία μας εξελίχθηκε σε φιλία, παρ’ όλη τη μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ μας. Προφανώς, γιατί η νεανική ορμή μπορεί στο τέλος να εγκατέλειψε το σώμα του, όχι όμως τη σκέψη και την ψυχή του. Καθοριστικό για την εμπέδωση της φιλικής μας σχέσης υπήρξε το γεύμα που πήραμε μαζί το μεσημέρι ενός άλλου κάπως μακρινού Μάη σε εστιατόριο της λεωφόρου Μακαρίου στη Λευκωσία, πριν αυτή εγκαταλειφθεί και μαραζώσει.

Θυμάμαι ότι μιλήσαμε για τον «δάσκαλο» Σίγκμουντ Φρόιντ, αλλά και για τους «μαθητές» του στη ψυχανάλυση –τον Γιουνγκ και τον Άντλερ– που πήραν διαφορετικούς ψυχοθεραπευτικούς δρόμους από αυτόν. Ο «γιατρός» μου περίγραψε την εκπληκτική εμπειρία της αυτοανάλυσής του. Μιλήσαμε και για την πολιτική του δράση στα τέλη της δεκαετίας 1960 και αρχές της δεκαετίας 1970, από την οποία ο ίδιος επέλεξε να αποχωρήσει, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ψυχιατρική, την ψυχοθεραπεία και τη συγγραφή των βιβλίων του.

Η κουβέντα συμπεριέλαβε και γυναίκες – δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς… Του είπα ότι ο γάμος μου τέλειωσε πριν αρκετά χρόνια. «Ώστε είσαι ελεύθερος», σχολίασε λακωνικά, αλλά δεν κατάφερα να διακρίνω κατά πόσο αυτό που υπήρχε στον τόνο της φωνής του ήταν …ζήλεια, ή …οίκτος για την ελευθερία μου. «Εγώ είμαι πενήντα χρόνια με την ίδια γυναίκα, που είναι φίλη, μάνα, ερωμένη και αδελφή»,παρατήρησε γελώντας.

Μια σαλάτα έφαγα –όπως και ο «γιατρός» εξάλλου– αλλά όσο διήρκεσε και πολλές ώρες μετά, ένιωθα γεμάτος. Εννοώ όχι βαρύς, όχι μπουχτισμένος …μόνο πλήρης …σε εκείνη την κατάσταση περίεργης ευδαιμονίας όπου δεν έχεις τίποτε δικό σου, αλλά νιώθεις να μη σου λείπει τίποτε.