Κώστας Λεοντίου: «Ιχνηλάτες του φωτός», εκδόσεις 24 Γράμματα, 2020.
Ο Κώστας Λεοντίου, σε ώριμη πια ηλικία, συνέγραψε ένα δυναμικό πολυ-μυθιστόρημα κοσμοπολίτικης υφής και ουσίας. Κι αυτό συνάδει με το υλικό υποδομής, το οποίο κατέκτησε τόσο μέσω των σπουδών του με επίκεντρο τη λογοτεχνία, όσο και με την μετέπειτα βιοποριστική πορεία αρχικά ως εκπαιδευτικού και στη συνέχεια ως διπλωμάτη. Ο ίδιος, στον πρόλογό του, χαρακτηρίζει το έργο του «…ένα ιστορικό αφήγημα, μια ταξιδιωτική περιπλάνηση, ένα φιλοσοφικό δοκίμιο…». (σελ. 7) Ουδείς ψόγος περί τούτου. Μόνο που το μυθιστόρημα του δεν εξαντλείται σε αυτό το τρίπτυχο. Εκτείνεται σε άλλα επίπεδα και άλλες παραμέτρους, που θα επιχειρήσω να αναλύσω στη συνέχεια.
Το έργο του Κ.Λ. εμπεριέχει και στοιχεία νουάρ αστυνομικού μυθιστορήματος ή έστω στοιχεία παρωδίας αυτού του λογοτεχνικού είδους. Μάλιστα, τα στοιχεία αυτά είναι εμποτισμένα με αρκετό χιούμορ και γλαφυρότητα. Το θέατρο των δρωμένων, στο κατά βάση κοσμοπολίτικο αυτό μυθιστόρημα που φέρει τίτλο «Ιχνηλάτες του φωτός», εναλλάσσεται συνεχώς. Και εναλλάσσεται από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη, ενίοτε και από ήπειρο σε ήπειρο.
Το γράψιμο του συγγραφέα συχνά προσλαμβάνει πολλές εξειδικευμένες πτυχές γραφής, οι οποίες επίσης εναλλάσσονται μεταξύ τους. Ο Κ.Λ. γράφει ως ιστορικός τέχνης, ως ειδικός ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ως θρησκειολόγος, ως διπλωματικός ακόλουθος και ούτω καθεξής. Συνδυάζει στη γραφή του πολλές τέχνες και πολλές επιστήμες, με αξιοθαύμαστους γνωσιολογικούς ορίζοντες.
Η περιγραφική δεινότητα, η γλαφυρότητα, η παραστατικότητα, η αισθητική φινέτσα στη συμπεριφορά των κεντρικών ηρώων, είναι διάχυτες και διάφανες από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ο συγγραφέας έχει επαρκώς κατακτημένες και την «Ανατολή» και τη «Δύση» με ό,τι συνεπάγονται αυτές οι ευρείες πλην συμβατικές έννοιες. Κι αυτό συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα, πολιτισμικό, πολιτικό, ιδιοσυγκρασιακό, ιστορικό κλπ. Ωστόσο, η «Ανατολή» μοιάζει να τον σαγηνεύει περισσότερο απ’ ό,τι η «Δύση». Οι «ανατολικές» περιγραφές του, σε χώρες, ανθρώπους, γεύσεις, αρώματα, παραδόσεις, νοοτροπίες, συνήθειες και ιδιοσυγκρασίες, είναι σαφώς πιο άρτιες και πιο ελκυστικές από τις αντίστοιχες περιγραφές, που αφορούν τον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως την Ευρώπη.
Οι συνειρμοί, οι παραλληλισμοί και οι ιστορικές μεταβάσεις του Κ.Λ. από τη μια εποχή στην άλλη, από τη μια περιοχή στην άλλη, από τη μια χώρα στην άλλη κλπ., διακρίνονται από φαντασία, ευρηματικότητα και οξυδέρκεια. Πχ, λέει: «Ο Αλιέντε κρατικοποίησε τα μεταλλεία χαλκού της Χιλής. Γνωρίζεις τη συνέχεια. Αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο στη Θάτσερ ήταν οι ανθρακωρύχοι. Οι πραγματικοί κολασμένοι. Τους απέδωσαν μάλιστα τον οξύμωρο τίτλο ‘αριστοκρατία του προλεταριάτου’. Οι ανθρακωρύχοι ήταν οι στυλοβάτες του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Ρουμανία». (σελ. 214)
Ο συγγραφέας έχει συναίσθηση του ιστορικού χρόνου και την αξιοποιεί παντοιοτρόπως, με διαρκείς παλινδρομήσεις, αναχρονισμούς, συνειρμικούς παραλληλισμούς κλπ. Πχ: «Ο Ανρί τότε μόνο συνειδητοποίησε πόσο μακρινός ήταν ο Μάης του ’68. Αυτός και η Μαριάν φάνταζαν τραγικές φιγούρες, όμοιοι με παλαιούς πολεμιστές. Μόνο που δεν παρελαύνουν σε καμιά επέτειο». (σελ. 17)
Η κριτική ακίδα του συγγραφέα διακρίνεται συχνά για το χιούμορ, την καυστικότητα, αλλά και την ευθύτητά της. Αγαπημένη θεματική η επίκριση του πολιτικού συστήματος στην Κύπρο, αλλά και η κυπριακής νοοτροπίας κοινωνική υποκρισία: « …είχε κουραστεί απ’ όλους αυτούς τους βολεμένους που καπηλεύονταν δυστυχισμένες αγρότισσες, αγωνιστές του αντιαποικιακού αγώνα και πρωτεργάτες των εργατικών διεκδικήσεων… για να προωθούν τη δική τους προσοδοφόρα καριέρα και να επιπλέουν, όπως ο φαλλοειδείς φαλλοί». (σελ. 111-112)
Βέβαια, η κριτική του δεν είναι μονοδιάστατη η μονόπλευρη. Κρίνει τους ισχυρούς και τους συστημικούς, αλλά δεν χαρίζεται ούτε στους συνδικαλιστές: «Οι συντεχνίες μετεξελίχθηκαν σε στοές…». (σελ. 139)
Συνολικά, θέλω να σημειώσω ότι η σύγχρονη πολιτική ιστορία της ευρύτερης περιοχής της ανατολικής Μεσογείου έχει τη θέση της στο βιβλίο. Και την έχει κατά τρόπο ουσιαστικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με τις κεντρικές αφηγηματικές γραμμές του μυθιστορήματος. Ακριβώς η πολιτική ιστορία είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ όλων των περιστατικών και όλων των αφηγηματικών γραμμών.
Το βιβλίο του Κ.Λ. διακρίνεται και από μια βαθιά διακειμενικότητα, καθώς οι αναφορές και οι παραπομπές σε λογοτεχνικά έργα ή λογοτεχνικούς ήρωες μέσα σε αυτό είναι συχνές και απόλυτα λειτουργικές μέσα στον όλο μύθο. Η πιο έντονη «συνομιλία» θα έλεγα ότι παρατηρείται με «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, καθώς η κεντρική πλοκή περιστρέφεται γύρω από ένα χειρόγραφο. Λείπουν οι κραυγαλέες ταυτίσεις, αλλά πιστεύω ότι μεταξύ των δυο έργων αναπτύσσεται ένας «διάλογος», πλάγιος, έμμεσος και υποδόριος.
Αφού αναφέρθηκα στα όσα, κατά την άποψη μου, συνιστούν λογοτεχνικές αρετές για το βιβλίο του Κ.Λ., είναι πιστεύω, πρέπον, να πω δυο λόγια και γι’ αυτά που με ικανοποίησαν λιγότερο και που πάντα κατά τη γνώμη μου θα μπορούσαν να ήταν αισθητικά αρτιότερα. Θεωρώ πως από το βιβλίο λανθάνει ο ισχυρός, ο στέρεος κεντρικός μύθος που να λειτουργεί ως η σπονδυλική στήλη του έργου. Αυτός ο μύθος υπάρχει, αλλά προσωπικά θα τον ήθελα πιο αδρομερή, πιο ευδιάκριτο και με πιο συχνή παρουσία στην όλη αφήγηση.
Απότοκο της πιο πάνω επισήμανσης είναι και ο συναφής αντίκτυπος στους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος. Πιστεύω πως, πέραν των εξωτερικών χαρακτηριστικών, οι χαρακτήρες, οι προσωπικότητες των κεντρικών ηρώων θα μπορούσε να είχαν φωτιστεί παραπάνω. Αυτή η παρατήρηση ισχύει σε μικρότερο βαθμό για τον φωτορεπόρτερ Ανρί Ντε Λουζινιάν και τον καθηγητή Πασκάλ Ντε Μπεκελέρ, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό για τους υπόλοιπους, Γέροντα Ισίδωρο, καθηγητή Κομνηνό, επιθεωρητή Λεονάρ, Μυρτώ Χατζηπιερή και άλλους.