«Red Peter: Από τον Πίθηκο στον Άνθρωπο» βασισμένο σε τρία κείμενα του Φραντς Κάφκα, σε σκηνοθεσία Νεοκλή Νεοκλέους.
Το επίθετο «καφκικός», πέρα από το ό,τι έχει σχέση με τον Φραντς Κάφκα και το έργο του, έφτασε να σημαίνει «εφιαλτικός», «δυσοίωνος», «σκοτεινός», «αλλοτριωτικός» και να συνδέεται με τις συνθήκες ζωής στις μεγαλουπόλεις, την απομόνωση, την υπαρξιακή απόγνωση, την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου ν’ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Λογικό, αφού τα θέματα αυτά δοξάζονται στο έργο του τσεχοεβραίου συγγραφέα. Συνεπώς, η προοπτική της επαφής με την καφκική αφηγηματική κατά κανόνα σε προκαταλαμβάνει για μια πνευματική εμπειρία που αν μη τι άλλο θα σου κάνει την καρδιά περιβόλι. Είτε πρόκειται για το βιβλίο καθαυτό, είτε για τη διασκευή και μεταφορά του στο θέατρο, τον χορό, τον κινηματογράφο, την εικαστική δημιουργία.
Πάντως, ο στενός φίλος και βιογράφος του Κάφκα, Μαξ Μπροντ, υποστήριζε ότι όταν ο συγγραφέας διάβαζε φωναχτά τα κείμενα στους φίλους του, ξεκαρδιζόταν στα γέλια, σε σημείο συχνά να μην μπορεί να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Αναφορές μάλιστα λένε ότι γελούσε και καθώς τα έγραφε. Φαίνεται ότι κριτικοί, αναγνώστες και διασκευαστές τα έχουν πάρει πιο σοβαρά απ’ ότι τα έπαιρνε ο ίδιος, ο οποίος άλλωστε είναι γνωστό ότι επιθυμούσε την καύση τους όταν θα έπαυε να βρίσκεται εν ζωή. Και πώς να μην τα πάρει κανείς σοβαρά όταν 99 χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, τα έργα αυτά (που ευτυχώς γλίτωσαν την πυρά) ομιλούν με τρόπο ανατριχιαστικά προφητικό για πράγματα που φτάνουν στον πυρήνα του Είναι.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το Θέατρο Αντίλογος και ο Νεοκλής Νεοκλέους καταπιάνονται με έργο του Κάφκα, αλλά και ειδικότερα με το εμβληματικό διήγημα «Αναφορά σε μια ακαδημία», πάνω στο οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο η παραγωγή «Red Peter». Κατά κάποιον τρόπο, η παραγωγή αυτή αποτελεί την εξέλιξη μιας μελέτης, προηγούμενο στάδιο της οποίας ήταν η σόλο παραγωγή «Πίθηκος- Άνθρωπος», που είχε ανέβει για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων λίγο πριν την πανδημία. Τότε ο σκηνοθέτης δεν υπέγραφε μόνο την επεξεργασία του κειμένου, αλλά αυτοσκηνοθετούνταν κιόλας. Τώρα, έχοντας στο πλάι του και πάλι τον σκηνογράφο Σάββα Μυλωνά και τη Χριστίνα Αργύρη στη μουσική σύνθεση, ενορχήστρωση και διδασκαλία, μένει εκτός σκηνής δίνοντας τη θέση του σ’ ένα εκρηκτικό ντουέτο. Ο χαρακτήρας διαχωρίζεται και ερμηνεύεται από έναν Ελληνοκύπριο κι έναν Τουρκοκύπριο ηθοποιό, τους Αλέξανδρο Μαρτίδη και Ιζέλ Σεϊλανί. Εκτός από το προφανές πολιτικό σχόλιο σε σχέση με την πολιτική πραγματικότητα της Κύπρου, η επιλογή επιτυγχάνει μια αναγωγή στη διφυή φύση του ανθρώπου και στη μανιχαϊκή προσέγγιση της πραγματικότητας.
Το εγχείρημα αυτής της πρότασης είναι να εστιάσει στην κωμική φλέβα, να αναδείξει την ανελέητη σάτιρα, τη σαρδόνια ειρωνεία της καφκικής κοσμοθεωρίας, με όχημα μια εξπρεσιονιστική καθοδήγηση που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το αυστηρό, αδυσώπητα ρεαλιστικό ύφος του συγγραφέα. Ο Ρότπετερ ή Red Peter, που εδώ παρουσιάζεται δισυπόστατος, έχει υποβληθεί σε μια διαδικασία αντίρροπης μεταμόρφωσης, σε σχέση λ.χ. με τον Σάμσα της Μεταμόρφωσης. Έχει εξαναγκαστεί να εξανθρωπιστεί, χάνοντας τον παράδεισο της ζωικής αθωότητας. Για να μπορέσει να διαχειριστεί το σοκ, το τραύμα αυτής της εξέλιξης επιστρατεύει το βαριετέ. Γίνεται καλλιτέχνης για να είναι σε θέση να τραγουδάει τον πόνο του, για να μπορεί να χάσκει την υπαρξιακή δίνη χωρίς να ζαλίζεται. Το βαριετέ, σαν επίπονη εκφραστική και κινησιολογική μετεξέλιξη της πιθηκότητας, γίνεται το μέσο για να διασκεδαστούν οι αλγηδόνες της αυτοσυναίσθησης. Κοινώς, για να γελάμε λίγο με τα χάλια μας.
Συνεργάτης- κλειδί στην παράσταση του «Red Peter» αποδεικνύεται ο στιχουργός. Ο Σταύρος Σταύρου συντονίζεται με τους υπόλοιπους συντελεστές στη συχνότητα θέασης του σκηνοθέτη, αναδεικνύοντας την εσωτερική πάλη του ατόμου, με φόντο την προαιώνια σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογισμό και ορμέμφυτο, την ελευθερία και την αλλοτρίωση. Ο Κάφκα τοποθετεί τον αποσβολωμένο άνθρωπο σ’ ένα περιβάλλον που αντανακλά το εσωτερικό του τοπίο. Μοιάζει με έναν γρίφο καταδικασμένο να μη λυθεί, έναν τοίχο όπου πάνω του θρυμματίζονται τ’ αυγά της λογικής. Συνδυάζοντας θρίλερ και σάτιρα, η όλη σύλληψη αυτής της κεφάτης παράστασης επιχειρεί να μαγνητίσει το βλέμμα του θεατή πάνω στη σισύφια μάχη για τη διεκδίκηση της ανθρωπινότητας.
Χωρίς να πιθηκίζει μανιέρες, αγγίζει κοινωνικοπολιτικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις με αναφορές επίσης σε πτυχές από τα έργα «Η Μεταμόρφωση» και «Η Κρίση». Ο διττός ήρωας ουσιαστικά δεν μιλά πια για ελευθερία αλλά για διέξοδο: μια διέξοδο από τα γκέτο της νοησιαρχίας. Ανάσες στοχασμού και τερπνότητας προκύπτουν από τις γενναιόδωρες και σωματικές ερμηνείες των ηθοποιών, στα όρια των αντοχών τους, σε συνδυασμό με τη μουσική, την πνευματοποιημένη κίνηση και την τελετουργική απέκδυση προς την αυτοτέλεια του ενστίκτου. Παράλληλα, το κλειστοφοβικό στήσιμο της παράστασης στο Υπόγειο του Σατιρικού, το κόκκινο χρώμα της πληγής και του πάθους, η ενσωμάτωση του κοινού στον πυρήνα της εμπειρίας, συντελούν σε μια διανοητική δοκιμασία που φιλοδοξεί να ξαραχνιάσει τους ασφυκτικούς ιστούς της αντιζωής.
Ελεύθερα, 7.5.2016