Βάκης Λοϊζίδης: «Ψεύτικο τζάκι», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2022.
Ο ποιητής Βάκης Λοϊζίδης, όσο ωριμάζει ηλικιακά, όσο μεστώνει λογοτεχνικά, έχω την άποψη ότι γίνεται ολοένα και πιο πολιτικός συγγραφέας. Την ίδια ώρα, γίνεται και ολοένα πιο βαθύς αναλυτής των ποιητολογικών πραγμάτων. Θεωρώ πως στο επίκεντρο της ποιητικής του πορείας βρίσκονται πλέον αυτές οι δυο παράμετροι, μάλιστα με μια δυναμική που προδιαθέτει ότι θα υπάρξει συνέχεια.
Και ασφαλώς θα υπάρξει. Αφού, από το ποιητικό του ντεμπούτο το 1995, εμφανίζεται και με νέο ποιητικό βιβλίο, αδιαλείπτως, κατά μέσο όρο, κάθε τρία χρόνια. Θα έλεγα ότι αυτή η συνέπεια ανταμείβεται και με το αντίστοιχο αισθητικό αποτέλεσμα.
Θ’ αρχίσω την περιδιάβαση στη νέα ποιητική συλλογή του Β.Λ. υπό τον τίτλο «Ψεύτικο τζάκι» από τα ποιήματα ποιητικής. Ξεχωρίζω δύο από αυτά που διακρίνονται και για τη διακειμενικότητά τους. Στο πρώτο ο Β.Λ. ανατρέπει την κυρίαρχη, δεσπόζουσα και μάλλον ιδεοληπτική θεώρηση για την ποίηση του Κώστα Μόντη.
Την ίδια στιγμή -αυτό κι αν φανερώνει ευτολμία- υποδεικνύει ή μάλλον υπαινίσσεται πως ενδεχομένως άλλη να ήταν η διακηρυγμένη βούληση του πολίτη Μόντη, άλλη από αυτήν που κατέγραψε το ποιητικό του ταλέντο, το οποίο υπερέβη τον ίδιο και τις δοξασίες του: «Μα τι θέλουμε μια δεύτερη προτομή / του ποιητή στη Λευκωσία; / Σε τι μας χρειάζεται ένα συνέδριο / περί ελληνικότητας στα γραφτά του, αφού με μερικές μόνο στιγμές / μπορεί να κατοχυρωθεί ως οικουμενικός ποιητής / αφήνοντας πίσω πεποιθήσεις μιας ζωής 90 χρόνων;». (σελ. 20)
Στο δεύτερο ποίημα απόλαυσα την ολόδροση, εκσυγχρονιστική ματιά του Β.Λ. στον Ανδρέα Κάλβο. Μια ματιά με χιούμορ, φαντασία, ευρηματικότητα και πολλή αγάπη. Εδώ διακρίνεται και μια διάθεση πειράγματος- τσιγκλίσματος προς τον εκδημήσαντα ποιητή Λεύκιο Ζαφειρίου, βαθύ μελετητή του Κάλβου και συγγενή του Β.Λ. Στο ποίημα ομιλεί ο Κάλβος απευθυνόμενος στον Ζαφειρίου: «Σας είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων / που ιδίοις αναλώμασι εντοπίσατε / την ωδή ‘Ελπίς Πατρίδος’. / Προσωπικά δεν ανέμενα αυτή την εξέλιξη / σε μια εποχή που όλα είναι επιχορηγημένα… / …Άκουσα πως ο μικρός σας ξάδελφος / σας αποκαλεί εξωραϊστή μου / και γέλασα με την ψυχή μου…». (σελ. 30)
Στην ίδια θεματική ξεχώρισα κι ένα ποίημα που συνδυάζει υπέροχα τη διαπόμπευση με την τρυφερότητα. Ένα ποίημα χλευαστικό και συνάμα εξυμνητικό. Γεμάτο χιούμορ, ειρωνεία, κυνισμό μα και άβολες αλήθειες. Τιτλοφορείται «Οι ποιητές»: «Υπερβάλλουν τη λύπη μας / πατούν πάνω της / ή την κρατούν σαν σκαλωσιά / την ανάβουν σαν κούτσουρο / να φέξει το ποίημα… / …Κλαίγονται, κλαίγονται / οι ποιητές / μα ποιος τους διαβάζει / ποιος τους δίνει σημασία». (σελ. 18) Ίδιας πνοής, ίδιας προσέγγισης και με την ίδια χλευαστική χροιά είναι και το αμέσως επόμενο ποίημα: « …Τους ποιητές που καμώνονται πως / αποστρέφονται τις βραβεύσεις / ενώ παραμιλούν γι’ αυτές στο ροχαλητό τους…». (σελ. 19)
Αναφέρθηκα όμως στην αρχή αυτού του σημειώματος στον πολιτικό ποιητή Β.Λ. και θα ήθελα να το τεκμηριώσω. Τα πολιτικής υφής ποιήματα του χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, αυτά που εδράζονται σε προσωπικά ή οικογενειακά βιώματα από τη σύγχρονη ιστορία του τόπου και αυτά που ελαύνονται από την σύγχρονη πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα. Ο ποιητής αναπλάθει αισθητικά στιγμές της ιστορικής μα και της σημερινής κυπριακής πραγματικότητας. Στιγμές παράξενες, αλλοπρόσαλλες, παράδοξες, αντιφατικές, σουρεαλιστικές και σχεδόν κατά κανόνα πικρά οδυνηρές. Για παράδειγμα, αυτό συμβαίνει όταν θεματοποιείται μια παιδική ανάμνηση από τη δημιουργία των τ/κ θυλάκων στο ποίημα «Κομβόι ή φάλαγγα». (σελ. 32)
Η κυπριακή πολιτική παραδοξότητα έως σχιζοφρένεια σκιαγραφείται στο παράθεμα που ακολουθεί, με θεατρική δόμηση, παραστατικότητα και συμμετρία: «Όταν φωτογραφίζω πόρτες / εις τον Μούτταλον / οι άνθρωποι φοβούνται. / Νομίζουν πως είμαι Τουρκοκύπριος / κι επέστρεψα στο σπίτι μου. / Όταν φωτογραφίζω πόρτες εις την Λάπηθο / οι άνθρωποι αντιδρούν. / Νομίζουν πως είμαι Ελληνοκύπριος / κι επέστρεψα στο σπίτι μου. / Είναι φριχτό να κατέχεις / ξένο σπίτι μετά τον πόλεμο». (σελ. 34)
Η επικαιρότητα διαδραματίζει καίριο ρόλο στα πολιτικής υφής ποιήματα του Β.Λ. Να πως πραγματεύεται ο ποιητής τη μετατροπή του σχολείου της Φανερωμένης σε πανεπιστημιακή σχολή. Πρόκειται για ένα ποίημα αντισυστημικό, όχι με την έννοια ότι δεν έχει σύστημα το ίδιο, αλλά με την έννοια ότι αυτό αντιπαλεύει το σύστημα, δηλαδή το βαθύ κράτος της διαπλοκής και της διαφθοράς. Απολογούμαι που χρησιμοποιώ τόσο τετριμμένες και συμβατικές εκφράσεις για ένα ποίημα τόσο αντισυμβατικό: «Θα κλείσουν το σχολείο / γιατί δεν πηγαίναμε εκκλησία. / Υπέγραψε κι ο μουχτάρης. / Αυτός ο κύριος που παίρνει χρήματα / από τη μάνα σου / για να βεβαιώσει πως είσαι εσύ». (σελ. 45)
Κι αφού γίνεται λόγος για τη μάνα, να σημειώσω πως σ’ αυτή τη συλλογή ο Β.Λ. μνημονεύει τη δική του μητέρα, εκλιπούσα εδώ και δεκαετίες, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Στα ποιήματα: «Σπίτι χωρίς κουδούνι», (σελ. 9) «Μικροπράγματα», (σελ. 13) και «Μνημόσυνο». (σελ. 28) Από το πρώτο, τρυφερό και πολυπρόσωπο, παραθέτω αποσπάσματα: «Ζούμε σε σπίτι χωρίς κουδούνι. / Από το χτύπημα στην πόρτα / αναγνωρίζουμε τους επισκέπτες … / …Η μάνα μου δεν χτύπησε ποτέ την πόρτα. / Οι νεκροί μας δεν χρειάζονται / πόρτες και κουδούνια για να μπουν». (σελ. 9)