H γλώσσα έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια απ’ αυτήν που συνήθως υποψιαζόμαστε.

Η ελληνική γλώσσα, όπως συμβαίνει με όλες τις γλώσσες, χρειάζεται να εφεύρει νέες λέξεις ή να διαφοροποιήσει τη σημασία λέξεων όπως χρησιμοποιούνταν παλιότερα, αλλά τώρα τις ξεχάσαμε για να καλύψει τις ανάγκες των μελών της σε πρώτη ύλη. Γιατί και οι ομιλητές χρειάζονται την αποθήκη τους (δεν ξέρω γιατί κάποιοι το λένε οπλοστάσιο, φαίνεται δεν έπαιζαν αρκετά τους κλέφτες και τους αστυνομικούς όταν ήταν μικροί. Γιατί όταν μιλάμε για πράγματα τόσο σημαντικά για την ανθρώπινη εξέλιξη όπως η γλώσσα, γιατί να μπλέκουμε μέσα αεροβόλα και φλομπέρ και πυραύλους έξωσετ; Τελοσπάντων…).

Τι να την κάνουν, λοιπόν, την αποθήκη με τα γλωσσικά πυρομαχικά (άντε πάλι) οι ομιλητές της γλώσσας; Γιατί αν αποθήκες με πυρομαχικά ανατινάζονται και σκορπούν καταστροφή θα εκπλαγείτε από τη δύναμη κρούσης των αποθηκών της γλώσσας. Είδατε; Κι εγώ παρασύρθηκα και σας μιλώ για τη γλώσσα με πολεμικές μεταφορές, γιατί απλούστατα η γλώσσα έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια απ’ αυτήν που συνήθως υποψιαζόμαστε. Μπορεί κυριολεκτικά να μας οδηγήσει στον πόλεμο ή μπορεί να τον αποτρέψει. Ας μείνουμε όμως στις αποθήκες μας, που τις λένε και αμπάρι άμα είναι στο πλοίο, τις λένε και σιλό άμα έχουν μέσα σιτάρι, τις λένε και δεξαμενές όταν είναι για νερό, πολύ νερό όμως, αλλιώς τις λένε ντεπόζιτα και κελάρια όταν είναι για υπόγεια φύλαξη και κάβες όταν είναι για κρασιά, και οψοθήκες όταν είναι για τρόφιμα και φαρμακαποθήκες όταν είναι για φάρμακα κ.λπ. κ.λπ. Βλέπετε, οι αποθήκες της γλώσσας πρέπει να είναι γεμάτες για να μπορεί να είναι κυριολεκτική για να μπορεί με ακρίβεια να εκφράζει όλες τις έννοιες και όλες τις απαιτήσεις μας είτε δουλεύουμε στην οικοδομή είτε διδάσκουμε σε πανεπιστήμια, είτε πουλούμε και αγοράζουμε, είτε ταξιδεύουμε είτε κάνουμε τα χιλιάδες πράγματα που κάνουμε, που πράττουμε, που επιχειρούμε καθημερινά.

Πώς διαφοροποιείται η σημασία των λέξεων που τις χρησιμοποιούσαμε κάποτε αλλά τώρα τις ξεχάσαμε; Ειδικά για μας στα Ελληνικά που η ιστορία της γλώσσας μας πάει πίσω 3500 χιλιάδες χρόνια, έχουμε χιλιάδες λέξεις που τις ξεχάσαμε και άμα έρθουμε στην ανάγκη παίρνουμε απ’ αυτές και τους δίνουμε άλλο νόημα για να μπορέσουμε να καλύψουμε τις νέες μας ανάγκες. Πιάνουμε ας πούμε την επιφυλλίδα που στην αρχαιότητα ήταν τα άχρηστα φύλλα του αμπελιού και τα κάνουμε σοβαρά άρθρα σε εφη­μερίδες που πραγματεύονται ένα συγκεκριμένο θέμα. Βρίσκουμε τον Υπουργό που κατά την αρχαιοελλη­νική ορολογία ήταν ο δούλος και τον διορίζουμε μέλος της κυβέρνησης.

Άλλες φορές πιάνουμε μια λέξη που έχει ένα νόημα και τις δίνουμε κι άλλα για να εκφράσει κι άλλες έννοιες. Ας δούμε ας πούμε τι γίνεται με το ρήμα “κτυπώ”. Τι σκέφτεται ο καθένας μόλις το πρωτακούσει; Δεν έχει πολύ σημασία. Σημασία έχει ότι το χρησιμοποιούμε με διαφορετικό νόημα σε διαφορετικές περιστάσεις για να σημαίνει διαφορετικά -μάλιστα, τελείως διαφορετικά- πράγματα. Κατ’ ακρίβειαν όχι πράγματα, αλλά έννοιες, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία για ένα άλλο πρωινό.

Έτσι, πέρα από το προφανές νόημα του «τραυματίζομαι», ή του «κρούω» -πάντα για το κτυπώ είναι που μιλάμε- συναντάμε φράσεις όπως «μου κτυπάει στα νεύρα» (δηλαδή με νευριάζει), «Να κτυπήσω μια ένεση» (δηλαδή να εμβολιαστώ ή σε άλλες περιπτώσεις να λάβω τη δόση μου, Παναγία φύλαξε), φράσεις όπως «Ο Κρις κτυπά τατουάζ σε δικό του εργαστήριο» (που εδώ σημαίνει σχεδιάζει σε ανθρώπινο δέρμα), «Κτυπά χρώμα στα έπιπλα» (=που σημαίνει βάφει έπιπλα χρησιμοποιώντας ειδική πιστόλα). Ή φράσεις όπως: «Σου κτύπησα αλλά δεν απάντησες» (δηλαδή σου τηλεφώ­νησα), «Πάμε να κτυπήσουμε καμιά τυρόπιττα» (που σημαίνει πάμε να φάμε τυρόπιττα και μάλιστα πάμε να φάμε έχοντας ευχάριστη διάθεση. Τι κουβέντα πιάσαμε πρωινιάτικα! Πράγματι πάνω στην ώρα την κάνουμε την κουβέντα για την τυρόπιττα).    Όμοια λειτουργεί και η φράση «Κτύπησαν και έφυγαν». Εδώ δεν εννοούμε, ασφαλώς, ότι κάποιοι τραυματίστηκαν. Ανάλογα με το περιβάλ­λον της ομιλίας  η πρόταση μπορεί να σημαίνει ότι κάποιοι λήστεψαν μια τράπεζα και εξαφανί­στηκαν ή ότι επισκέφτηκαν ένα φιλικό τους σπίτι, κτύπησαν το κουδούνι, δεν βρήκαν κανένα και έφυγαν! Γι’ αυτό τη γλώσσα δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε αποσπασματικά, αλλά μέσα στο ανάλογο γλωσσικό και επομένως νοηματικό περιβάλλον.

Το ρήμα «κτυπώ» είναι, επίσης, εύχρηστο σε εκφράσεις όπως «κτυπώ κάρτα» (στην εργασία μου), «κτύπα ξύλο» (λαϊκή έκφραση που απηχεί παλιότερες προλήψεις ότι, δηλαδή, το να κτυπά κανείς ξύλο βοηθά στο να εκδιωχθεί το κακό) και σε πολλές άλλες. Την ίδια στιγμή, βέβαια, λέξεις που καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για να σηματοδοτούν πληθώρα εννοιών  -όπως γίνεται με τη χρήση του ρήματος «κάνω» που θα δούμε αύριο τέτοια ώρα- αρκετές φορές στερούν τη γλώσσα από του να είναι κυριολεκτική, περιγραφική και -γιατί όχι;- κομψή.