«Ψηλά απ’ τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλερ σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη.

Σε μια συνέντευξή του όταν σκηνοθέτησε το 2015 το «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» για το Young Vic, ο Ίβο βαν Χόφε παρομοίασε το έργο του Άρθουρ Μίλερ με την εμπειρία του να γίνεσαι μάρτυρας μιας οδικής σύγκρουσης 100 μέτρα πριν συμβεί. Βρίσκω ενδιαφέρουσα αυτή την παρομοίωση έχοντας στο μυαλό και τη μνήμη εκείνη την πολυβραβευμένη παραγωγή, που είχα την τύχη να δω- έστω κι από την οθόνη του NT Live. Εκείνη η αίσθηση αγωνίας και τρόμου μπροστά στην αναπόφευκτη συντριβή προς την οποία ο τραγικός ήρωας θαρρείς ότι παρασύρει μαζί του όχι μόνο τους θεατές αλλά ολόκληρο τον κόσμο, προκύπτει και στην πρόταση του Γιώργου Νανούρη.

Η «σπαρτιάτικη» αυτή προσέγγιση πάνω στον Μίλερ έχει κοινά στοιχεία στη γενική της σύλληψη μ’ εκείνη την (κυριολεκτικά) ξυπόλυτη μελέτη του βαν Χόφε, η οποία είχε υπόκρουση τους μυστικιστικά μινιμαλιστικούς ρυθμούς του Στιβ Ράιχ. Με μοναδικά σκηνικά αντικείμενα τέσσερις ξύλινες καρέκλες, μαζί με μια περιστρεφόμενη βάση και οπτικές πινελιές τα εφέ καπνού και τις πνιγηρές και αγέρωχες φωτοσκιάσεις –όλα σε επιμέλεια του ιδίου- η οπτική του Νανούρη δημιουργεί μια ιλιγγιώδη, αλλά απαλευθερωτική αίσθηση απογύμνωσης.

Οι χαρακτήρες, μαζί με τα πάθη και τις αρχετυπικές προστριβές τους, είναι πλήρως απροστάτευτοι, εκτεθειμένοι στις διαθέσεις του σκηνοθέτη και του συγγραφέα. Υπάρχει μια διαδικασία εκχύλισης των νατουραλιστικών στοιχείων, με το ύφος να σκληραίνει και να τραχαίνει καθώς ξεγλιστρά από τις υποστασιακές ενέδρες του πραγματικού κόσμου.

Το εγχείρημα του Μίλερ στο έργο αυτό -ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έγραψε- είναι να αναδείξει οργανικά το σημείο τομής του κλασικού δράματος με την τραγωδία του κοινού ανθρώπου. Οι προσφύσεις των σχέσεων μεταξύ των ηρώων εκλύουν κάτι το πεμπτουσιακό, με τον καθένα να μοιάζει λες και κρατά σφιχτά στη χούφτα του τη μοίρα όλης της ανθρωπότητας. Ο οξύνους συγγραφέας εξανθρωπίζει, προσγειώνει, λαϊκοποιεί το αρχέτυπο ακολουθώντας την αρχιτεκτονική της αρχαίας τραγωδίας. Το δράμα ενός άλλου ανθρώπου εξατομικεύεται και κοινωνικοποιείται, γίνεται δράμα όλων μας. Μια προσομοίωση τραγωδίας, με τον ήρωα δέσμιο του πάθους και των εμμονών του να οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στον όλεθρο και τον εμπλεκόμενο αφηγητή, σαν κορυφαίο του χορού, να σχολιάζει ανήμπορος να αποτρέψει την επερχόμενη καταστροφή ή να επηρεάσει την προδιαγεγραμμένη ροή των γεγονότων.

Είναι μια περίπτωση «θεάτρου του σκηνοθέτη» η παραγωγή που παρακολουθήσαμε στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου, με τον Γιώργο Νανούρη να επιζητεί μια επική προσπέλαση του κειμένου. Η συμπαντική νομοτέλεια της ύβρεως που ακολουθείται από την άτη, τη νέμεση και την τίση κουμπώνει με την παρατηρητική αγάπη του συγγραφέα όχι για κάποιον φανταστικό χαρακτήρα, αλλά για τον άνθρωπο εν γένει. Ο ακυβέρνητος Έντι Καρμπόνε αρνείται την πραγματικότητα παρά τις προειδοποιήσεις των προσφιλών του και ο Νανούρης τον φορτίζει με τον ερωτισμό, τον πόνο, τη φρίκη, την αδυναμία, σε μια λιγότερο ζωώδη και σωματική και περισσότερο ανθρώπεια και εσωτερική εκδοχή του. Αυτή η λιτή στην πρόσοψη, αλλά πληθωρική σε περιεχόμενο ρότα καταφέρνει να κερδίσει όλη την προσοχή του θεατή, σε κάθε λεπτομέρεια, κάθε κίνηση, κάθε νεύμα, κάθε μορφασμό, κάθε στιχομυθία και σιωπή, σε σημείο μαζί με την αίσθηση του χώρου να χάνεται κι αυτή του χρόνου. 

Βραχνιασμένος και κάπως εξασθενισμένος από κάποιο πρόσφατο, παροδικό πρόβλημα υγείας, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης κάνει ηρωική προσπάθεια ν’ ανταποκριθεί στον μεγαλόπνοο ρόλο. Καταφέρνει να μετατρέψει σε πλεονέκτημα τη συνθήκη, αποδίδοντας από την πρώτη ατάκα με αδιασάλευτη ένταση το εσώτερο μαρτύριο του ήρωα. Θυμάμαι τον ξυπόλυτο Μαρκ Στρονγκ στην παράσταση του Ίβο βαν Χόφε να πάλλεται, να πετάει φλόγες και να «καταπίνει σπαθιά» στη σκηνή.

Με εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία και σωματική διάπλαση, ο Δαδακαρίδης ακολουθεί άλλη εξελικτική διαδρομή προς τον ίδιο προορισμό: την πτώση. Νιώθεις ότι σχεδόν δαγκώνεται να συγκρατήσει τον καταπιεσμένο του ερωτισμό, ενώ ταυτόχρονα αντιστέκεται σε κάθε είδους τυποποιημένες υποκριτικές υφολογίες. Μέχρι το τέλος, μοιάζει να έχει μετατραπεί στον ήρωά του, να ζει το δράμα του, να ξεχειλίζει φοβερά και αναβράζουσα οργή καθώς προσπαθεί απελπισμένα να κατευνάσει τα χωροκτητικά του συναισθήματα.

Τόσο από τη δική του ερμηνευτική προσέγγιση, όσο και των υπόλοιπων ηθοποιών προκύπτει ένα ίσως αυθαίρετο συμπέρασμα: ότι τρόπον τινά η πρόταση αυτή είναι για τον Γιώργο Νανούρη συνέχεια της σκηνοθετικής μελέτης πάνω στο αρχαίο δράμα που ξεκίνησε με τον Αίαντα (που επίσης είδαμε στο ίδιο θέατρο πριν από δύο μήνες). Είναι μια ιεροτελεστική μεν, αλλά με γνήσια περιέργεια προσέγγιση.

Η αίσθηση ότι παρακολουθείς μια τραγωδία του Σοφοκλή δεν σε εγκαταλείπει μέχρι το τέλος, με τους ηθοποιούς να αξιοποιούν την ευστροφία τους για τον έλεγχο των σωματικών και εκφραστικών μέσων. Η φόρτιση, η τραγικότητα, η κινησιολογία, οι προσωδίες, οι αρμοί των σχέσεων, οι ελιγμοί ανάμεσα στους γλυπτικούς φωτισμούς και τους ανεμοστρόβιλους συναισθημάτων και νοημάτων- όλα είναι λες και απευθύνονται κυρίως στους θεατές που ήδη γνωρίζουν καλά το έργο και τον μύθο του και αναμένουν από το νυστέρι του σκηνοθέτη κάτι νέο, αποτελεσματικό και σαφές. Κι αυτός τούς το δίνει.

Ελεύθερα, 28.5.2023