Φράνκο Ντ’ Αλεσσάντρο Νύχτες στη Ρώμη – Τενν και Άννα, στον Θεατρικό Πολυχώρο Εστία, σε σκηνοθεσία Άγι Παΐκου

Το έργο που επέλεξε να ανεβάσει ο Άγις Παΐκος στον Θεατρικό του Πολυχώρο Εστία σε σειρά παραστάσεων συνιστά πρωτοπορία στα πανελλήνια θεατρικά δρώμενα. Αυτό εμφαίνει την ειδοποιό διαφορά για τον μελετημένο και αφοσιωμένο ψυχή τε και σώματι σκηνοθέτη με συνείδηση της υψηλής του αποστολής. Να ερευνά συνεχώς και να εντοπίζει τη μη πεπατημένη και όχι να προκαλεί στο απαιτητικό θεατρόφιλο κοινό τον κορεσμό της ανιαρής επανάληψης και κυρίως τη δυσαρέσκεια της δουλικής έως και κακόζηλης μίμησης είτε των αυτοσχέδιων δήθεν μοντερνιστικών πειραματισμών σε πολυανεβασμένα «ιερά» κείμενα του κλασικού δραματολογίου. Δεν εννοείται, βεβαίως, η λήθη ή ο φόβος της επιστροφής και της όποιας αναμέτρησης για τον καλό σκηνοθέτη της νέας δημιουργικής πνοής και της λελογισμένης ευρηματικής καινοτομίας. Προέχει, συνεπώς, το μέτρο του σεβασμού και ο αγώνας για ανάδειξη χωρίς υπεροπτικούς ναρκισσισμούς του πνεύματος του συγγραφέως, της ιδιαιτερότητας της γραφής και του κλίματος της εποχής του.

Αν μακρηγόρησα προλογικά, είναι για να διαβεβαιώσω ότι με αυτά τα κριτήρια λειτουργεί διαχρονικά ο Άγις Παΐκος, ο οποίος εξηγεί στο πρόγραμμα της παρούσας παράστασης την επιμονή και τον περιπετειώδη δρόμο της αναζήτησης του συγκεκριμένου πολυβραβευμένου έργου, πλην άγνωστου σε πολλές θεατρικές σκηνές, του Αμερικανού Φράνκο Ντ’ Αλεσσάντρο. Η συμφωνία μαζί του να μεταφραστεί στα Ελληνικά από την αδελφή του σκηνοθέτη μας Χλόη Βερίτη και να παρουσιαστεί στην Εστία αποτελεί, θεωρώ, κεφαλαιώδες επίτευγμα πέραν των μέχρι τούδε επιτυχιών της.

Στο βιβλίο της μετάφρασης, που κυκλοφόρησε το περσινό έτος από τις εγνωσμένου θεατρικού κύρους εκδόσεις Δωδώνη, ο συγγραφέας μεταξύ άλλων στο διαφωτιστικό του σημείωμα, προορισμένο για την ελληνική έκδοση, συνοψίζει τον θεματικό πυρήνα του έργου του: «Το έργο αφηγείται την ιστορία του Τεννεσί Ουίλιαμς, τα δημιουργικά χρόνια του στη Ρώμη και την ταραχώδη σχέση του με τη μούσα και φίλη του Άννα Μανιάνι…». Και επισημαίνοντας ότι από φοιτητής είχε εντρυφήσει στα αριστουργήματα και τις ταινίες του κορυφαίου δραματουργού, συνεχίζει: «Η ιστορία του Τενν και της Άννα καταγράφει την πολύχρονη, εκρηκτική, εμπνευσμένη και σπάνια φιλία ανάμεσα στον σπουδαιότερο Αμερικανό δραματουργό και την πιο εμβληματική Ιταλίδα ηθοποιό.». Ενώ στον επίλογο του δικού του εισαγωγικού σημειώματος ο σκηνοθέτης τονίζει, έχοντας εγκύψει στις προδιαγραφές του έργου και στην ψυχοσωματική φυσιογνωμία των δύο συμπρωταγωνιστών του: «Το έργο αποτελεί ένα είδος θεατρικού pas de deux [σ.σ.: μεταφορά από τον συντονισμό ομοιόμορφων βημάτων στο μπαλέτο] και απαιτεί από τους ηθοποιούς μεγάλη ευαισθησία και σκηνική ακρίβεια στην απόδοση των ρόλων.».

Αποτιμώντας τη μετάφραση, χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατη η σκηνοθεσία της παράστασης στα καθ’ ημάς, η Χλόη Βερίτη, παρότι έχει στο ενεργητικό της και άλλες μεταφράσεις αγγλόφωνων θεατρικών έργων αξιόλογων συγγραφέων, θα έλεγα ότι εν προκειμένω επιτέλεσε μεταφραστικό άθλο, δεδομένης τόσο της έκτασης του κειμένου όσο και της ιδιάζουσας προφορικότητας στην καθημερινή γλώσσα των διαλόγων, που έπρεπε με την εξομάλυνση των σχετικών Αμερικανισμών να αποδοθούν με πιστότητα ρέουσας φυσικότητας και όχι με σολοικισμούς αντίστοιχων συντακτικών δομών στα Ελληνικά. Ακολουθώντας ακόμη το ενδεδειγμένο δραματουργικό ύφος για μεταφορά στη θεατρική πράξη. Αυτό προϋποθέτει, ασφαλώς, επαρκή γνώση αμφοτέρων των γλωσσών και η μεταφράστρια απέδειξε ότι τις κατέχει όχι μόνο λόγω σπουδών στην αγγλική φιλολογία αλλά και ως συγγραφέας, ιδίως, θεατρικών έργων. Εύγε στη Χλόη, που απέδωσε μιαν εργώδη αριστοτεχνική μεταγλώττιση στους σφύζοντες παλμούς του πρωτότυπου, δίχως παραλείψεις και αποκλίσεις από φραστικούς ιδιωματισμούς, λεπτές έννοιες και βαθύτερα νοήματα του λόγου του συγγραφέως στους έντονους ρυθμούς της εύστροφης αποτύπωσής του.

Οι λεπτομερείς σκηνικές οδηγίες του έργου για βιντεοπροβολή στην οθόνη της Ρώμης και της Νέας Υόρκης με τα ιστορικά τους μνημεία, στιγμιότυπων από τη βράβευση της Μανιάνι με Όσκαρ, καθώς και εμβληματικών σκηνών από τις ταινίες «Ρώμη-Ανοχύρωτη Πόλη», «Τριαντάφυλλο στο στήθος» και «Ο Φυγάς» βρήκαν, ομολογουμένως, τον Παΐκο στο κινηματογραφικό του στοιχείο. Η σκηνογραφία, ο φωτισμός, τα κοστούμια και η επένδυση με ιταλικά τραγούδια εποχής και μουσική τζαζ/μπλουζ στα ανάλογα σκηνικά μέρη ταξιδεύουν τους θεατές στην υποβλητική ατμόσφαιρα ανέλιξης των δραματικών επεισοδίων.

Αλλά και την ψυχή τους έδωσαν επί σκηνής ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης και η Φάνη Πέτσα με ερμηνευτικές κορυφώσεις πειστικής αληθοφάνειας, αισθαντικής έκφρασης και επικοινωνιακής ενσυναίσθησης στους ρόλους τους. Μια φαντασμαγορική παράσταση, που αξίζει να παραταθεί, για να την παρακολουθήσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι  εραστές της άριστης σκηνοθεσίας σε έργα πρωτοϊδωμένα.