Η έννοια της ιδεολογίας έχει πολλαπλώς μελετηθεί, όμως εξακολουθεί να περιέχει μιαν ασάφεια, γιατί χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, αλλά και γιατί έχει σχέση με τον τρόπο εκδήλωσης των ποικίλων εξουσιαστικών μηχανισμών: στην κουλτούρα, στη θρησκεία, στις κοσμοθεωρίες, στη γλώσσα.
Επιπλέον, η ιδεολογία έχει μια πρακτική, καθημερινή αξία, τέτοια που της προσδιορίζει ο νεομαρξιστής φιλόσοφος Luis Althusser, στην οποία αποδίδει συγκεκριμένο ιστορικό ρόλο1.
Η γλώσσα, που είναι ίσως ο ισχυρότερος φορέας της ιδεολογίας, πολλές φορές εξαιτίας του ίδιου του εξουσιαστικού της ρόλου καθίσταται η ίδια ιδεολογικό οπλοστάσιο, ιδεολογία καθ’ εαυτήν. Για παράδειγμα, γίνεται λόγος για τα Ελγίνεια Μάρμαρα ή Μάρμαρα του Παρθενώνα (ας σημειωθεί και ο ορθός επιστημονικά όρος “γλυπτός διάκοσμος του Παρθενώνα”).
Η επιλογή της πρώτης ή της δεύτερης εκφοράς έχει και τα ανάλογα αποτελέσματα, που είναι η έκφραση μιας ιδεολογίας, δηλαδή μιας συγκεκριμένης στάσης (που έχει τη δική της συνοχή) απέναντι σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό ρόλο. Τα “μάρμαρα του Παρθενώνα” δεν έχουν μόνο δηλωτικό ρόλο, δεν μας ανακοινώνουν απλώς περί τίνος πρόκειται, αλλά λειτουργούν και συνυποδηλωτικά– υποδεικνύουν δηλαδή πως τα μάρμαρα τούτα είναι αναπαλλοτρίωτη περιουσία του ελληνικού λαού, ανήκουν στον φυσικό τους χώρο, τον Παρθενώνα και δεν δίνουν κανένα κύρος στον σφετεριστή τους.
Αντίθετα η εκφορά “Ελγίνεια” δηλώνει ένα ποσοστό κτήσης, ένα είδος αναγνώρισης αυτού που τα εξόρυξε για να τα μεταφέρει παράνομα στο Λονδίνο, του Έλγιν, και αυτό δεν έχει καθόλου λίγες συνέπειες στο διεθνές διπλωματικό παιγνίδι που παίζεται για την επιστροφή τους. Τέτοια παραδείγματα η γλώσσα έχει να επιδείξει άπειρα και θα εντάσσονταν σε ό,τι θα ονομάζαμε ιδεολογία των λέξεων: από το “Ιερά Συμμαχία” και το I like Ike, για τον Αϊζενχάουρερ (προσέξτε την παρήχηση) μέχρι το Επταετία για τη Χούντα στην Ελλάδα. «Είναι πολύ ύπουλη ιδεολογικά αυτή η αντικατάσταση του πολιτικού όρου δικτατορία με το χρονολογικό απλώς όρο «επταετία», ο οποίος άχρους και άοσμος καθώς είναι, αποκρύπτει πόσο μαύρη και πόσο βρομερή ήταν η εφτάχρονη τυραννία»2 .
Ανάλογα θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε για το “Εμπιστευθείτε με”, το “Με τη δύναμη της γενιάς μας”, το “Νέα Στρατηγική”, μέχρι το “Μαζί μπορούμε” της τελευταίας προεκλογικής περιόδου στον τόπο μας. Η γλώσσα, λοιπόν, και εδώ λειτουργεί εξουσιαστικά, αποκαθαρτικά και πάντως με άμεσες συνέπειες στην καθημερινή ιδεολογία.
Από την άλλη η ιδεολογία μέσα από λέξεις μπορεί να πάρει και διαφορετική μορφή, μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιηθεί για να αντικατασταθεί το πράττειν από το λέγειν. Μπορεί έτσι κανείς να μιλά χωρίς να πράττει ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, μπορεί να πράττει ομιλώντας. Για παράδειγμα, η γλώσσα των πολιτικών περιέχει πολλές φορές αυτή την αντικατάσταση. Η περίπτωση όμως αυτή είναι και η πιο εμφανής, άρα η λιγότερο επικίνδυνη. Η χρήση της καθαρεύουσας, ας πούμε, ή οι περίεργες συντάξεις από κάποιους πολιτικούς για να επιτύχουν ό,τι ονομάζουμε λεκτικό παφλασμό, δηλαδή το να μιλά κανείς χωρίς να λέει απολύτως τίποτε, εύκολα γίνονται αντιληπτές ακόμα και από τον ανυποψίαστο πολίτη.
Τι γίνεται όμως όταν σε μια διαφήμιση, όπου κατεξοχήν χρησιμοποιείται η ιδεολογία των λέξεων εμβάζοντας με λογοπαίγνια στο μυαλό απατηλές υποσχέσεις ή προκαλώντας ψευδαισθήσεις γύρω από ένα προϊόν και τα αποτελέσματά του; Τι γίνεται όταν την ίδια την αξία του προϊόντος αντικαθιστά ο γλωσσικός του εξωραϊσμός;
Αυτό που μπορεί να λεχθεί για τον ρόλο της γλώσσας, είναι πως από εργαλείο επικοινωνίας μπορεί εξίσου να μεταβληθεί σε μηχανισμό υπονόμευσης της πραγματικότητας και στο τέλος σε υπονόμευση και της ίδιας της γλώσσας. Γιατί, τι άλλο ήταν από υπονόμευση της γλώσσας οι εθνικές τυμπανοκρουσίες της Χούντας (που δυστυχώς σε μια διατροφή της ιστορίας ακούμε κάποτε να επαναλαμβάνονται και σήμερα), ο στόμφος ορισμένων πολιτικών, που καταλήγει σε αξιοθρήνητη πατσαβούρα ή ο γλωσσικός φετιχισμός, η αναγωγή ορισμένων λέξεων σε επιδέξια εργαλεία εξουσίας;
1 L. Althusser: Ideology and Ideological State Apparatuses, 1970 (μεταφρασμένο στα αγγλικά στο: Lenin and Philosophy, Λονδίνο, 1971).
2 Αριστόβουλου Μάνεση, Ομιλία στη Θεσσαλονίκη (24/7/75)