Διαβάζοντας το μυθιστόρημα  της Μαρίας Περατικού – Κοκαράκη: Τα χρόνια με τα κυκλάμινα, από τις εκδόσεις Λιβάνη,  ανασαίνεις το άρωμα απ’ τα κυκλάμινα του Πενταδάκτυλου, ακαμαντίδες το αρχαίο τους όνομα, άρωμα της ψυχής της Κύπρου, με όλα του τα μηνύματα και τον βαθύ μνησιπήμονα πόνο, για να προσφύγουμε στον ποιητικό λόγο του Σεφέρη, που «στάζει» στο βάθος της ύπαρξής μας.

Μεγάλος καημός η Κύπρος, ιδίως σε τούτα τα πολύ δύσκολα, ύπουλα και ύποπτα χρόνια για την ίδια και τον ελληνισμό. Κι όσοι  «ξεχνούν», θα ήταν αναβαπτιστικό της συνείδησής τους να ανασάνουν αυτό το άρωμα, όπως  αναδίδεται μέσα από  τις αισθητικές κορυφώσεις του βιβλίου,  που είναι  απ’ τις πιο λυρικές «αναγνώσεις» της κυπριακής ψυχής.

Κι ειλικρινά, όσο πιο πολύ εμβαθύνω στην ελληνική ποιότητα  της ψυχής της, τόσο πιο πολύ αναρωτιέμαι αν είναι η Κύπρος … περιφέρεια ή το αληθινό κέντρο του ελληνισμού. Με ασίγαστη την αγωνία μου πως στη Μεγαλόνησο, όσο κι αν κάποιοι το «απωθούν», διακυβεύεται η μοίρα της Ρωμιοσύνης, υπό την έννοια πως είναι στρατηγική πόρτα ασφαλείας μας στην ανατολική Μεσόγειο, η στρατηγική πόρτα ασφαλείας του Αιγαίου και όλου του ελληνισμού.

Αφήνοντας για το τέλος τις όποιες άλλες αναγωγικές μου σκέψεις, περνώ στα της κύριας παρουσίασής μου, που διατάσσονται σε δύο μέρη, με πρώτο τις πολύ βασικές αισθητικο/κριτικές παρατηρήσεις μου και δεύτερο τον υποψιασμό σας στα του περιεχομένου, συναποτελούντα προφανώς διαλεκτική αισθητική ενότητα, με εντελώς συμβατικό το χωρισμό τους για τις ανάγκες της. Ακολουθεί κι ένα συμπληρωματικό τρίτο μέρος με τις αναγωγικές μου σκέψεις.

Α’ μέρος: Με δεδομένο πως η επιστήμη, εξηγεί, η φιλοσοφία ερμηνεύει και η τέχνη εκφράζει αισθητικά, κατά τον Βασίλειο Τατάκη,  τα έργα τέχνης, με πρώτη τη λογοτεχνία, κρίνονται αισθητικά, με όλες τους τις άλλες διατάσεις να μην είναι οι κυρίαρχες. Όπως, ας πούμε, οι ιστορικο/πολιτικές, που μετρούν μόνο αν καταξιώνονται αισθητικά, όσο κι αν καθεαυτές έχουν συχνά και αυτόνομη συγκινησιακή λειτουργία. Κι η αισθητική καταξίωση είναι δεσπόζουσα στη γραφή της Μαρίας Περατικού, με ό,τι σου χαρίζει όχι μόνο όσο διαβάζεις το βιβλίο της αλλά και μετά το διάβασμά του, καθώς κουβαλάς έντονες μέσα σου τις αισθητικές συγκινήσεις που αφήνει στην ψυχή σου. Με αυτό να είναι, όπως ξέρουμε, και το βασικό κριτήριο του πότε ένα βιβλίο που διαβάζουμε είναι καλό. Το αν δηλαδή το κουβαλάς μέσα σου και «διαλέγεσαι» μαζί του μετά το διάβασμά του, όπως συμβαίνει με «Τα χρόνια με τα κυκλάμινα».

Ποια όμως είναι τα πολύ βασικά στοιχεία που καταξιώνουν αισθητικά το περιεχόμενο του βιβλίου; Θα περιοριστώ, λόγω χρόνου, μόνο σε δυο, με πρώτο τη γλώσσα και δεύτερο την ύφανση της πλοκής του.

Η γλώσσα: Η χρήση της γλώσσας απ’ τη συγγραφέα είναι  ζηλευτή. Με μια απαλή και θωπευτική φυσικότητα, χωρίς καμία επιτήδευση, κατοχυρώνει την αισθητική ειλικρίνεια της ποιοτικής λογοτεχνικής γραφής. Που η λειτουργούσα ποιητική της φύση, γιατί η Μ.Π. είναι και εξαιρετική ποιήτρια, τη διαπερνά με μια μοναδική λυρικότητα, με απόλυτη αίσθηση του  μέτρου  ακόμα κι όταν αγγίζει θέματα που πονούν…αβάσταχτα. Είναι ένα ύφος και ήθος γραφής απόλυτα εναρμονισμένο με τη βαθύτερη ουσία του περιεχομένου και τους μεγάλους καημούς που το ορίζουν.

Η ύφανση της πλοκής: Η εξαιρετικά καλή γλώσσα συνδυάζεται με την επίσης εξαιρετικά καλή ύφανση της πλοκής, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει μυθιστορηματική γραφή. Με  χαρισματική ευχέρεια  πλέκει έξοχα την αφήγησή της: κινούμενη απ’ το «σήμερα» στο «χτες» κι απ’ το «χτες» στο «σήμερα», απ’ τον Πενταδάκτυλο στο Τρόοδος κι απ’ το Τρόοδος στον Πενταδάκτυλο, απ’ το βουνό στη θάλασσα κι απ’ τη θάλασσα στο βουνό, απ΄τους ανοιχτούς ορίζοντες των θαλασσινών στους κλειστούς των βουνίσιων και τανάπαλιν. Με τα ευρηματικά «δίπολα» της οικογένειας του δασκάλου και της οικογένειας του καθηγητή απ’ τη μια, της Ιφιγένειας και της Ελένης απ’ την άλλη, να τη διευκολύνουν να φωτίζει όλες σχεδόν τις πτυχές της κυπριακής ζωής και της κυπριακής ψυχής τα δύσκολα αλλά και ελπιδοφόρα χρόνια πριν απ’ την μεγάλη συμφορά. Με υποδειγματική επίσης αξιοποίηση των παραστατικά προσωπογραφούμενων παππούδων και γιαγιάδων στην όλη αφηγηματική πλοκή με άνεση έμπειρου μυθιστοριογράφου. Με αποτέλεσμα να απολαμβάνεις το γράψιμό της, ιδίως σε σελίδες όπως αυτές του κεφαλαίου 9.

Β’ μέρος: Απ’ τον υποψιασμό σας για τη γλώσσα και την πλοκή του μυθιστορήματος, περνώ στον ακόμα πιο κρίσιμο υποψιασμό σας στα του περιεχομένου του, που δεν έχει τα  αυστηρά τυπικά γνωρίσματα μιας μυθιστορηματικής γραφής, καθώς υπόθεσή του είναι η ίδια η ψυχή της Κύπρου, η ελληνική ψυχή της Κύπρου, υπό τον φωτεινό προβολέα του μεγάλου αντιαποικιακού απελευθερωτικού αγώνα. Αλλά και υπό τη βαριά σκιά της εθνικής συμφοράς του ’74, όταν η μαρτυρική Μεγαλόνησος υπέστη τις τραγικές συνέπειες της χουντικής προδοσίας, με τον Αττίλα να έχει χωρίσει στα δυο το κορμί της. Πληρώνοντας, να μην το ξεχνάμε, και το γραμμάτιο της ελλαδικής ελευθερίας. Γιατί η χούντα έπεσε, κατά κύριο λόγο, απ’ το μέγα ανόμημα της εθνικής προδοσίας της.

Χωρίς συναισθηματική επιδότηση, θεωρώ «Τα χρόνια με τα κυκλάμινα» ως μια απ’ τις πιο ποιοτικές και ποιητικές «αναγνώσεις» της κυπριακής ψυχής.

Αγαπώ πολύ την Κύπρο, γιατί ανήκω και σε γενιά που διαμόρφωσε συνείδηση εθνικής ευθύνης στις διαδηλώσεις για την απελευθέρωσή της, θεωρώντας τους θαμμένους στα «φυλακισμένα μνήματα» ως τους τελευταίους εθνικούς ήρωες του ελληνισμού και ως συνεχιστές των αγωνιστών του ’21, των Μακεδονομάχων και των αγωνιστών του έπους του ’40 και της Εθνικής Αντίστασης. Πολύ  μάλιστα θα ήθελα ο «Αποχαιρετισμός» του Γιάννη Ρίτσου να διδάσκεται σε όλα τα ελληνικά σχολεία, ελλαδικά, κυπριακά και ομογενειακά,  μαζί με τον Θούριο του Ρήγα, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού και το Άξιον Εστί του Ελύτη.

Η Μαρία Περατικού μου ξανα-φώτισε με τη  γραφή της όλο το βάθος του κυπριακού καημού, που είναι η καρδιά του καημού όλης της Ρωμιοσύνης, όσο κι αν επιχειρείται, για ευνόητους λόγους, η συσκότισή του, η αποδυνάμωσή του και εντέλει το …σβήσιμό του από την πρώτη θέση των μεγάλων προτεραιοτήτων του ελληνισμού.  Γιατί, το βιβλίο της, όπως εγώ το προσλαμβάνω, είναι μια ελεγεία του κυπριακού καημού, με όλη την ασήκωτη νοσταλγία και τον πόνο του Καραβά, του Ριζοκάρπασου, της Αμμοχώστου…και προπαντός του Πενταδάκτυλου με τα κυκλάμινα στις ματωμένες τώρα πλαγιές του.  Είναι , εντέλει, ένας ύμνος υψηλής αισθητικής στην πολύ βαθιά και προαιώνια ελληνική ψυχή της Κύπρου. Χωρίς κραυγές και πάσης φύσεως υπερβολές, με μια μοναδική, όπως προανέφερα, λυρική φυσικότητα και αυθεντικότητα των εκφραζόμενων μύχιων και βαθιά ελληνικών κυπριακών αισθημάτων, ιδίως όταν ξετυλίγει την αθώα καθημερινότητα της κυπριακής επαρχίας των δεκαετιών του ’50 και του ’60.

Ένας ύμνος που αναβλύζει απ’ τον εναρμονισμένο «έρωτα» τόπου και ανθρώπων, με τους πυκνούς αιώνες της ιστορίας και του πολιτισμού να τους καθαγιάζουν, απ΄την πολύ μακρινή εποχή του χαλκού ως τα σήμερα.

Μου είναι αδύνατο να σας μεταγγίσω αυτόν τον διπλό «έρωτα», που ως λυρική αύρα λούζει την ψυχή σου όταν διαβάζεις το βιβλίο, χωρίς να μπορείς να την αιχμαλωτίσεις στα εκφραστικά μέσα της παρουσίασης. Θα αρκεστώ μόνο να πω πως είναι εξαιρετική η περιαγωγή απ’ τον Πενταδάκτυλο στο Τρόοδος κι από εκεί στην παλιά Αμμόχωστο και στους μαγικούς γιαλούς της, όπως είναι ακόμα πιο εξαιρετική η σχέση με την αγιοσύνη των προσώπων : της γιαγιάς Φωτεινής, της Έλλης, του Αντρέα Κωστίδη, του ηγούμενου πατέρα Λεόντιου της Μονής του Αποστόλου Ανδρέα στο Ριζοκάρπασο, μα προπαντός των ηρώων, με κορυφαίους τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον πρώτο του αγώνα, τον Κυριάκο Μάτση, τον Ρήγα της Κύπρου και τον μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη, τον τελευταίο που οδήγησαν οι…πολιτισμένοι Άγγλοι στον αγχόνη.

Οπότε, περνάμε στις ιερές αναφορές (και μνήμες) που διαπερνούν τις σελίδες του βιβλίου και που είναι οι σχετικές με τον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον της αγγλικής αποικιοκρατίας, όπως περίτεχνα τις ραίνει με το «αγίασμά» τους η συγγραφέας.

Γιατί λέω περίτεχνα; Γιατί αυτές οι αναφορές, παρ’ ότι είναι η καρδιά του βιβλίου, όχι μόνο δεν επικαλύπτουν την όλη γραφή, αλλά φυτεύονται στους αρμούς της διαμέσου πολύ διακριτικών αφηγήσεων, όπως αυτές του Κυριάκου, του παππού της Ελένης, αλλά και της Ελένης και της Ιφιγένειας ως γονέων πια που επισκέπτονται τα «φυλακισμένα μνήματα» με τα παιδιά τους. Δεν είναι όμως ενδιαφέρον μόνο το πώς φυτεύονται από πλευράς αφηγηματικής τεχνικής αλλά και καθεαυτό το περιεχόμενό τους. Καθώς αναδεικνύεται, χωρίς περίσσια λόγια, όλο το μεγαλείο του κυπριακού αγώνα, με έμφαση στο πώς λειτούργησαν εθνεγερτικά φωτισμένοι παιδαγωγοί, όπως ο Ανδρέας Κωστίδης, ή φωτισμένοι ιεράρχες, όπως ο πατήρ Λεόντιος. Έτσι που διαβάζεις και συνειδητοποιείς πώς φλογίζονταν οι ψυχές και κοίταζαν τα νιάτα της Κύπρου κατάματα το θάνατο, τότε που, όπως λέει η Π., χόρευε η περηφάνια στους δρόμους, ξαφνιάζοντας όχι μόνο τους αποικιοκράτες της γηραιάς Αλβιόνας αλλά και την κοινή γνώμη όλου του κόσμου.

Είναι ένα μεγαλείο που μας δικάζει για την τύχη που του επιφυλάξαμε και του επιφυλάσσουμε, ένα ένοχο για τους … ρεαλιστές των καιρών μεγαλείο, όπως κι άλλες φορές έχει συμβεί στην ιστορία του ελληνισμού. Αλλά, αν χάσουμε την αίσθηση αυτού του μεγαλείου, χάνουμε και την ίδια μας την ψυχή. Κι η Μαρία Περατικού μας το λέει έξοχα με την λογοτεχνική της κατάθεση.

Γ’ μέρος: Περνώντας στο τρίτο μέρος της παρουσίασής μου, θα μου επιτραπεί να ολοκληρώσω με τις λίγες αναγωγικές σκέψεις, όπως έχω προαγγείλει, χωρίς, εννοείται, να ξεχνώ πως το βιβλίο που παρουσιάζουμε  είναι λογοτεχνικό και όχι ιστορικο/πολιτικό. Αλλά και πως το πολύ ουσιαστικό ιστορικο/πολιτιστικό του υπόβαθρο είναι αισθητικά καταξιωμένο. ΄Ετσι ώστε  πραγματικά αναβαπτίζει, μέσα απ’ το δρόμο της αληθινής τέχνης, στα αξιακά νάματα της κυπριακής ψυχής, που φανέρωσε το ελληνικό της μεγαλείο στον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών. Με το βαθύτερο μήνυμα αυτού του αδικαίωτου αγώνα, ασπίλωτου απ’ την απόπειρα «ιδιοποίησής» του από την τραγικά μοιραία για τη Μεγαλόνησο εγκληματική οργάνωση της ΕΟΚΑ Β΄, να είναι, τούτους τους δίσεκτους καιρούς που πολλά παίζονται και κρίνονται για το μέλλον της Κύπρου και του ελληνισμού, όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρο, αν είναι αλήθεια – και είναι!- πως στα δύσκολα οι λαοί κρατιούνται απ’ την «ψυχή» τους, απ΄το αξιακό βάθος της ψυχής τους.

Η κύρια όμως αναγωγική σκέψη μου, με την οποία και ολοκληρώνω την παρουσίασή μου, παραπέμπει αντανακλαστικά στην πολύ βαθιά πολιτιστική κρίση του ελληνισμού, όπως μάλιστα αυτή επικαλύπτεται ιδεολογικά αλλά και επιτείνεται από το …  διαβρωτικό ρεύμα του ιστορικού και πολιτιστικού αναθεωρητισμού και αποδομητισμού. Που, οξειδώνοντας τους πολιτιστικούς αρμούς της ταυτοτικής μας υπόστασης, αποδυναμώνει όλο και περισσότερο την υπαρξιακής αναγκαιότητας πολιτιστική και πατριωτική μας άμυνα. Με ό,τι αυτή η αποδυνάμωση προοιωνίζεται, αν δεν υπάρξει αφυπνιστικός πολιτιστικός και πατριωτικός συναγερμός του ελληνισμού, συντονισμένα σε Ελλάδα και Κύπρο. Γιατί, το πρόβλημα της Κύπρου, όπως έγραψε προσφάτως ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, αλλά και όλου του ελληνισμού, προσθέτω εγώ, είναι κατεξοχήν πνευματικό.

Παρότι πιστεύω πως η υπαινικτικότητά μου δεν χρειάζεται διευκρίνιση, θα προσθέσω πολύ ενδεικτικά πως, υπό συνθήκες ιστορικής κανονικότητας, η αναριγητική αναφορά στον απελευθερωτικό αγώνα και στη βαθιά ελληνικότητα της κυπριακής ψυχής, όπως με ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια αλλά και ελεγειακή λυρικότητα περνούν στην γραφή της Μαρίας Περατικού, θα ήταν μια πολύ φυσική αναφορά, που θα κρίναμε μόνο την λογοτεχνική της ή όχι αξία.  Αλλά δεν είναι. Καθώς όσο πιο πολύ βουλιάζουμε στο τέλμα της αποεθνοποιητικής κρίσης, τα αυτονόητα, τα αξιακά αυτονόητα του ελληνισμού, μόνο αυτονόητα δεν είναι. Και υπ’ αυτό το πρίσμα πράττει άριστα η συγγραφέας που μας επαναφέρει, μέσα από τον δρόμο της αληθινής λογοτεχνικής δημιουργίας, στο επίκεντρο των μεγάλων αυτονόητων που ορίζουν τον αναπαλλωτρίωτο αξιακό πυρήνα της υπόστασής μας και της ύπαρξής μας, Κυπρίων και Ελλαδιτών.

Δεν ξέρω πόσο από πρόθεση, καθώς δεν μου διαφεύγει η συγκινητική διάσταση του «μνημόσυνου» στη σεπτή μορφή του πατέρα της, του φλογερού Γυμνασιάρχη Χρίστου Περατικού ως Ανδρέα Κωστίδη, σίγουρα, πάντως, εκ του αποτελέσματος και του βαθύτερου μηνύματός του «Τα χρόνια με τα κυκλάμινα», με τον έμμεσο αυτοβιογραφικό τους λόγο, είναι μια εξαιρετική λογοτεχνική κατάθεση εξιλεωτικού χρέους και με γνήσια πατριωτική ευαισθησία. Σηματοδοτική και του διαχρονικού ελληνικού χρέους, τούτους τους δύσκολους, όπως είπαμε, ύποπτους και ύπουλους για την Κύπρο μας και τον ελληνισμό καιρούς.

  • Με τα κυκλάμινα του Πενταδάκτυλου να θυμίζουν στους όποιους επίδοξους… νεο-ανανιστές σε τι ιερά κόκκαλα έχουν τις ρίζες τους, με ό,τι σημαίνει το μήνυμά τους για την εθνική ευθύνη όλων μας!

* Κείμενο παρουσίασης του μυθιστορήματος της Μαρίας Περατικού – Κοκαράκη: Τα χρόνια με τα Κυκλάμινα, εκδ. Λιβάνη, Σπίτι της Κύπρου, 25.02.2016

Ο Λαοκράτης Βάσσης είναι φιλόλογος – συγγραφέας